Παρότι είναι πάντοτε παρακινδυνευμένο να κάνουμε ποιοτικές συγκρίσεις ανάμεσα σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους, εντούτοις, ο πειρασμός της αντιπαραβολής των παρόντων καιρών με τους τελευταίους αιώνες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας είναι πολύ μεγάλος για να αγνοηθεί. Εν ολίγοις, ο τότε κόσμος είχε τα εξής βασικά χαρακτηριστικά: φαινομενικά, επικρατούσε μια διάχυτη αίσθηση ειρήνης και ασφάλειας, εφόσον βέβαια οι υποτελείς πήγαιναν «με τα νερά» των Ρωμαίων. Οι ιαχές του πολέμου στις περισσότερες συνοριακές επαρχίες, παρότι ισχυρές και αυξανόμενης έντασης, δεν ήταν σε θέση να διαταράξουν τη βαθιά ύπνωση στην οποία είχαν περιέλθει οι αφέντες και οι προνομιούχοι υποτελείς τους, λόγω των πάσης φύσεως τρυφηλοτήτων και απολαύσεων.
Ήδη, από το 200 μ.Χ. και μετά, η αυτοκρατορία μπήκε σε μια περίοδο κρίσης και πολιτικής αστάθειας, που κράτησε μέχρι και την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Η κατάσταση στο εσωτερικό επιδεινώθηκε λόγω της αεί υπάρχουσας διαμάχης των διεκδικητών της εξουσίας και λόγω των κοινωνικών αναταραχών εξαιτίας του μετασχηματισμού των κοινωνικών δομών. Αυτό το εκρηκτικό μείγμα, αναπόφευκτα, κάποια στιγμή θα εκρήγνυτο με συνέπειες τόσο σαρωτικές, που ουσιαστικά θα σήμαινε το τέλος του αρχαίου κόσμου. Χρειαζόταν μόνο μια σπίθα. Αυτή η σπίθα ήταν οι μεγάλες μεταναστεύσεις των βαρβαρικών λαών του 4ου αιώνα μ.Χ.
Οι Έλληνες εκείνη την εποχή ήταν δούλοι των Ρωμαίων. Στρατιωτικά και πολιτικά, ήμασταν ανίσχυροι. Είχαμε όμως τα σκήπτρα στον πολιτισμό και στις κατασκευές. Τότε, το να γνωρίζεις Ελληνικά ήταν κάτι σαν να γνωρίζεις Αγγλικά στον κόσμο του σήμερα. Μέσω αυτών των παραγόντων, αλλά και λόγω της συμπαγούς ομοιογένειας των πληθυσμών μας, καταφέραμε να επιβιώσουμε και να αναγεννηθούμε υπό τη μορφή του ορθόδοξου κράτους της Κωνσταντινούπολης. Ευτυχώς, η κατάρρευση του αρχαίου κόσμου, παρά τις τόσες μεγάλες φθορές που μας προκάλεσε, δεν μας παρέσυρε μαζί του. Σήμερα ποιο είναι το ανάχωμά μας; Επανερχόμαστε στις αρχικές σκέψεις του άρθρου.
Ομοιάζει το τότε με το σήμερα; Νομίζω πως ναι. Η κατάσταση που βιώνουμε τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια (σε παγκόσμιο αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο) είναι γεμάτη από ηθικό ξεπεσμό, σύγχυση, ανισότητα, ανυπαρξία οραματισμών, πολλαπλές ταχύτητες, πολλές περιφερειακές συγκρούσεις, πολέμους θρησκειών, μεταναστεύσεις λαών. Κι εμείς; Τι θα κρατήσει αυτή τη φορά τη συνοχή μας; Τι θα αποτελέσει τη σχεδία που θα μας διασώσει μέσα στα αφρισμένα κύματα των αδηφάγων καιρών;
Τα τελευταία 40 χρόνια (ίσως και μόνον 20), οι παραδοσιακές μορφές της κοινωνίας μας έχουν καταρρεύσει. Εμείς, οι άνθρωποι, που είμαστε το αίμα και η πνοή αυτής της κοινωνίας, βρεθήκαμε εκτεθειμένοι και εν πολλοίς πνευματικά απροστάτευτοι στο σαρωτικό κύμα της νέας εποχής, που άρχισε να επιβάλλεται ποικιλοτρόπως μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Κύπριος, από δούλος αιώνων, ξαφνικά έγινε κύριος του εαυτού του. Η πορεία που ακολούθησε όμως δείχνει ότι αυτή του η κυριότητα ήταν μόνο φαινομενική. Στερούμενοι αντανακλαστικών αντισωμάτων εθνικής αυτοσυντήρησης, εισήλθαμε κι εμείς, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι, στο τέλμα της αχαλίνωτης υπερκατανάλωσης, ξεχνώντας ουσιαστικά το τι μας έκανε αυτό που είμαστε.
Είμαστε μια χούφτα ανθρώπων που τους έπλασε η πίστη, μας γέννησε η φτώχια και μας έθρεψε η καρτερία. Τελικά, έχουν δίκιο οι τόσοι μας σοφοί των παρελθοντικών αιώνων που διαλαλούσαν διαχρονικά ότι η ευκολία πλήττει το φρόνημα περισσότερο απ’ ό,τι η δυσκολία. Τα ξεχασμένα λόγια του Πλουτάρχου, εκείνου του μέγιστου φιλοσόφου των ρωμαϊκών χρόνων, μοιάζουν τόσο ξένα με το σήμερα: η έλλειψη χρημάτων ποτέ δεν προκάλεσε τη σπατάλη και την ασωτία. Είναι τελικά η ευμάρεια, ο πιο ύπουλος εχθρός ενός λαού που έμαθε πάντοτε με κόπο να αγωνίζεται για την εξασφάλιση μόνο των απολύτως απαραίτητων; Δεν εισηγούμαι ασφαλώς την αποποίηση των υλικών αγαθών. Ο πλούτος είναι απαραίτητος για την οικοδόμηση ισχυρών οικονομιών και για την παγίωση της σταθερότητας, όχι μόνο των κρατών αλλά και των ίδιων των οικογενειών.
Με ενδιαφέρει όμως να περιορίζεται η εξουσία του μέσα στο πουγκί και όχι να διεκδικεί τον θρόνο της κεφαλής ημών. Εξάλλου, όπως έγραψε κάποτε και ο τραγικός φιλόσοφος των Ρωμαίων Σενέκας: Φτωχός δεν είναι ο άνθρωπος που έχει λίγα, αλλά εκείνος που θέλει περισσότερα. Εάν κοπτόμαστε για την επιβίωσή μας ως ελληνικός πληθυσμός, θα πρέπει άμεσα να κατανοήσουμε την ανάγκη μιας νέας πολιτιστικής αναγέννησης. Χρειαζόμαστε ξανά ένα νέο πνευματικό και καλλιτεχνικό κίνημα, παρόμοιο με αυτό που εμφανίστηκε στην Ιταλία τον 15ο αιώνα και που εξαπλώθηκε τελικά σε όλη την Ευρώπη.
Χαρακτηριστικά του νέου αυτού κινήματος, πρέπει να είναι οι διαχρονικές αξίες του έθνους μας· όχι γιατί μας διακατέχει κάποια αρρωστημένη αυτολατρεία, αλλά γιατί αυτός ο τρόπος σκέψης είναι που μας ταιριάζει. Οι μεγάλοι δάσκαλοι του παρελθόντος εμπνεύστηκαν τα έργα τους από τις συμπεριφορές που παρατηρούσαν στην καθημερινότητά τους. Τους παππούδες και τους προπάππους μας ήθελαν να βελτιώσουν. Ως γνήσια τέκνα τους, κληρονομήσαμε όχι μόνο τα ελαττώματά τους αλλά και τα προτερήματά τους. Ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος πρέπει να είναι προικισμένος με την ικανότητα της αποδοχής ή της απόρριψης των νέων «τάσεων» της κάθε εποχής, διότι υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος να υιοθετήσει καινοτομίες που δεν του αρμόζουν με βάση την ιδιοσυγκρασία του.
Στη βιολογία, οι αλλαγές στο γενετικό υλικό των οργανισμών, παρότι εμπεριέχουν την έννοια του «λάθους», είναι αναπόφευκτες, διότι με αυτό τον τρόπο εξασφαλίζονται οι προοπτικές της μελλοντικής εξέλιξης των οργανισμών. Οι εκτεταμένες όμως αλλαγές, σχεδόν πάντα, οδηγούν εις βάρος των οργανισμών που τις φέρουν, διότι αποδεικνύονται επιζήμιες. Πολλές αλλαγές μαζεμένες, είτε προκαλούν τον άμεσο θάνατο στα άτομα που τις φέρουν (π.χ. οι πολλές μεταλλάξεις που οδηγούν σε καρκίνο), είτε προάγουν τον ενδοειδικό αποκλεισμό με το ίδιο αποτέλεσμα σε μεσοπρόθεσμο χρονικό διάστημα. Το ιδανικό είναι να υπάρχουν αλλαγές σε τέτοια συχνότητα και με τέτοιο τρόπο, που να δίδεται χρόνος για την παγίωσή τους στον γενικό πληθυσμό. Μόνο έτσι οι όποιες αλλαγές μπορούν να συνεισφέρουν στην εξέλιξη των οργανισμών.
Αναλογικά, τα όσα ειπώθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο μπορούν να μας δώσουν απαντήσεις και για την πορεία των κοινωνιών στην περίπτωση της εισαγωγής νέων χαρακτηριστικών και τάσεων. Σήμερα, οι περισσότερες εισαγόμενες «καινοτομίες» στοχεύουν στην τροποποίηση εκείνων των αντιλήψεων της κυπριακής κοινωνίας που ίσως είμαστε ακόμα ανέτοιμοι να αντιμετωπίσουμε με τόσο καταιγιστικούς ρυθμούς αλλαγής. Μερικές από αυτές τις καινοτομίες είναι η αχαλίνωτη σεξουαλική συμπεριφορά (ετεροφυλόφιλων και ομοφυλόφιλων), η αμφισβήτηση του Θείου, η απεμπόληση της συστολής, η χωρίς όρια επιβολή των δικών μας θέλω με βάση τον νόμο του ισχυρού. Ουσιαστικά, οι καινοτομίες του σήμερα κάθε άλλο παρά καινοτομίες μπορούν να χαρακτηριστούν.
Είναι τα διαχρονικά κοινωνικά προβλήματα που απασχολούσαν πάντα τις κοινωνίες στον βαθμό που τους αναλογούσε σε κάθε εποχή. Μέσα από την ιστορία όμως, ακριβώς όπως και στην εξελικτική βιολογία, βλέπουμε ότι οι πιο ευάλωτοι πληθυσμοί είναι: α) αυτοί που έχουν χαμηλό βαθμό ποικιλομορφίας (πολιτιστικό βάθος για τις κοινωνίες και γενετικό υπόβαθρο για τους οργανισμούς) και β) αυτοί που είναι λίγοι σε απόλυτους αριθμούς. Όταν συντρέχουν αυτοί οι δύο παράγοντες, και δυστυχώς σε εμάς σήμερα ισχύουν και οι δύο, οι πληθυσμοί που φλερτάρουν με τα σαγηνευτικά καλέσματα των εύκολα σερβιρισμένων αλλαγών, διατρέχουν άμεσο κίνδυνο εκφυλισμού και, μοιραία, ακολουθεί κατά πόδας η επερχόμενη εξαφάνιση ή απορρόφηση από άλλους, ποσοτικά (και όχι κατ’ ανάγκην ποιοτικά) ισχυρότερους…
MIXAΛΗΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ
Βιολόγος και συγγραφέας




