Πληθαίνουν μεν, αλλά ευτυχώς είναι ακόμα λίγοι οι Ελληνοκύπριοι εκείνοι που με σοβαροφανή αλλά θρασύ και προκλητικό τρόπο προβάλλουν κίβδηλες “αλήθειες” (παραχαράσσοντας την ιστορία), παρουσιάζοντας στην χειρότερη περίπτωση τους Τουρκοκυπρίους ως θύματα και τους Ελληνοκυπρίους ως θύτες και στην καλύτερη περίπτωση επιμερίζουν εξίσου την ευθύνη για τα πολιτικά εγκλήματα που διαπράχθηκαν στην πατρίδα μας τα τελευταία 60 χρόνια.

Ούτε λίγο ούτε πολύ οι "κύριοι" αυτοί, που δημοσιοποιούν με καμάρι τις απαράδεκτες απόψεις τους (προσβάλλοντας τη μνήμη των χιλιάδων Ελληνοκυπρίων που σφαγιάστηκαν από τους Τούρκους εισβολείς και όχι μόνο, και τις 200.000 των Ελληνοκυπρίων που εκδιώχθηκαν από τις εστίες τους και προσφυγοποιήθηκαν), εξισώνουν την κρατική, οργανωμένη, συστηματική και μεθοδευμένη τρομοκρατία και τα ειδεχθή εγκλήματα, τις θηριωδίες, τις βαρβαρότητες και τις ωμότητες του τουρκικού καθεστώτος (συνεπικουρούμενου υπό των Τουρκοκυπρίων) σε βάρος των Ελληνοκυπρίων, με τα αποτρόπαια, καταδικαστέα αλλά μεμονωμένα εγκλήματα 3-4 ανεξέλεγκτων συμμοριών Ελληνοκυπρίων σε βάρος των Τουρκοκυπρίων, τα οποία κατά κανόνα διαπράχθηκαν (κάκιστα) ως αντίποινα για τις επιθέσεις και τα εγκλήματα που διέπραξαν οι Τούρκοι σε βάρος μας.

Εγώ προσωπικά έζησα από κοντά τα σχετικά γεγονότα από το 1955 μέχρι σήμερα και σας διαβεβαιώ ότι σχεδόν πάντοτε ήσαν οι Τουρκοκύπριοι αυτοί που πρώτοι ξεκινούσαν τις βίαιες προκλήσεις σε βάρος μας, με απαρχή (α) τη στελέχωση του επικουρικού σώματος της Αστυνομίας (που ίδρυσαν το 1956 οι Βρετανοί για να αντιμετωπίσουν την ΕΟΚΑ) αποκλειστικά με Τουρκοκυπρίους, οι οποίοι έδρασαν με βάναυσο τρόπο κατά της ΕΟΚΑ και των Ελληνοκυπρίων, και (β) την άνανδρη σφαγή από Τουρκοκύπριους "χωρικούς" οκτώ Ελληνοκυπρίων από το χωριό Κοντεμένος έξω από το χωριό Κιόνελι στις 12/6/58. Τα γεγονότα δε του Δεκέμβρη του 1963 τα έζησα από κοντά όταν οι Τούρκοι πάνοπλοι προέλασαν στην περιοχή της Νεάπολης και Ομορφίτας, καταλαμβάνοντάς μας εξαπίνης, κι εμείς άρον-άρον, στο σωματείο του ΑΠΟΕΛ στη Λεωφόρο Μακαρίου Γ', ακολουθώντας τις οδηγίες του Τάσου Μάρκου, βγάζαμε από τα κασόνια τα καλυμμένα με γράσο όπλα της ΕΟΚΑ (που τα είχαμε κρύψει και δεν τα παραδώσαμε στους Άγγλους στη λήξη του Αγώνα) και τα καθαρίζαμε για να τα δώσουμε στους Ελληνοκύπριους μαχητές, που αδημονούσαν να τρέξουν στις βόρειες περιοχές της Λευκωσίας για να αναχαιτίσουν την προέλαση των Τούρκων της ΤΜΤ.

Όσον αφορά τα “αμφιλεγόμενα” γεγονότα του Νοέμβρη του 1967 στην περιοχή της Κοφίνου, τα οποία οι προαναφερθέντες “κύριοι” θεωρούν ότι ήσαν μια αδικαιολόγητη και απρόκλητη επιθετική ενέργεια των Ελληνοκυπρίων σε βάρος των Τουρκοκυπρίων, αναφέρω πιο κάτω τα πραγματικά γεγονότα για αποκατάσταση της αλήθειας: Μετά την τουρκοκυπριακή ανταρσία του Δεκέμβρη του 1963, η περιοχή της Κοφίνου εξελίχθηκε σε ισχυρό στρατιωτικό προπύργιο των Τουρκοκυπρίων και αποτελούσε μια μόνιμη εστία επεισοδίων στην περιοχή, όπου ένοπλοι Τουρκοκύπριοι είτε απέκοπταν τις δυο κύριες οδικές αρτηρίες που περνούσαν μέσα από την περιοχή τους είτε πυροβολούσαν κατά διερχομένων οχημάτων των Ελληνοκυπρίων. Η κυπριακή Κυβέρνηση απευθύνθηκε στην ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ, η οποία, όμως, δίσταζε να επέμβει. Στις 15 του Νοέμβρη του 1967, με απόφαση του Μακαρίου, η Εθνική Φρουρά, υπό τις διαταγές του στρατηγού Γρίβα, ανέλαβε να αποκαταστήσει την τάξη στην περιοχή της Κοφίνου. Στην επιχείρηση "Γρόνθος" ο Γρίβας κινητοποίησε ισχυρές δυνάμεις με άρματα μάχης, τεθωρακισμένα και πυροβολικό.

Η Εθνική Φρουρά επιτέθηκε πρώτα κατά του μεικτού χωριού Άγιος Θεόδωρος και κατέλαβε την τουρκοκυπριακή συνοικία του σχεδόν αμαχητί. Στη συνέχεια στράφηκε κατά της γειτονικής Κοφίνου. Στις μάχες που ακολούθησαν, σκοτώθηκαν 24 Τουρκοκύπριοι και τραυματίστηκαν 9, ενώ οι απώλειες της Εθνικής Φρουράς ήσαν ένας νεκρός και δύο τραυματίες. Η δική μου άποψη για τα γεγονότα της Κοφίνου είναι ότι η Εθνική Φρουρά όφειλε να επέμβει στην περιοχή για να αποκαταστήσει την απρόσκοπτη διέλευση οχημάτων στις κύριες οδικές αρτηρίες της περιοχής, αλλά αυτό μπορούσε να γίνει με πιο “ήπιο” τρόπο. Ασκήθηκε, πιστεύω, υπέρμετρη βία κατά των τουρκοκυπριακών δυνάμεων, οι οποίες υπέστησαν βαριές απώλειες.

Θέλω να υπενθυμίσω στους προαναφερθέντες "κυρίους" ότι μέχρι τη δημιουργία του επικουρικού σώματος της Αστυνομίας το 1956 η ΕΟΚΑ δεν επιτέθηκε ούτε ενόχλησε καθ' οιονδήποτε τρόπον έστω και έναν Τουρκοκύπριο. Θέλω επίσης να προσθέσω ότι ήταν αναφαίρετο και δημοκρατικό δικαίωμα της πλειοψηφίας του 82% να εξεγερθεί για να απελευθερώσει την Κύπρο από τους Άγγλους αποικιοκράτες και να υλοποιήσει την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Η μειοψηφία του 18% (έστω κι αν δεν της ήταν αρεστή αυτή η εξέλιξη), δεν είχε κανένα δικαίωμα να αντιδράσει με τέτοιο μένος κατά των Ελληνοκυπρίων για να εμποδίσει την υλοποίηση της "Ένωσης". Όσον αφορά αυτά που κατά κόρον λέγονται από τους προαναφερθέντες "κυρίους" για το "αιμοσταγές" σχέδιο "Ακρίτας" που προέβλεπε δήθεν την εξόντωση των Τουρκοκυπρίων, είμαι σε θέση να γνωρίζω από "δεύτερο" χέρι ότι, όταν προτάθηκε κάτι τέτοιο από τον "παρανοϊκό", συνταγματάρχη τότε, Γεώργιο Ιωαννίδη, ο Μακάριος εξεμάνη και εξαπέστειλε κακήν κακώς αυτόν που του μετέφερε την πρόταση Ιωαννίδη.

Λέγονται επίσης πολλά από τους ίδιους "κυρίους" για τις τεράστιες ευθύνες του Μακαρίου, που δεν προσπάθησε καθόλου να καταστήσει λειτουργικό το δοτό Σύνταγμα που επιβλήθηκε στην πλευρά μας το 1960. Φαίνεται ότι αυτοί οι "κύριοι" είτε αγνοούν ότι το εκτρωματικό εκείνο Σύνταγμα ήταν άκρως ετεροβαρές σε βάρος των Ελληνοκυπρίων και παρείχε υπερπρονόμια στην τουρκοκυπριακή κοινότητα του 18%, δίνοντας στην ηγεσία της το δικαίωμα να ασκεί βέτο κατά το δοκούν, είτε έχουν "επιλεκτική μνήμη". Όσον αφορά δε τα 13 σημεία που πρότεινε ο Μακάριος (με την ενθάρρυνση του τότε Υπάτου Αρμοστή του Ηνωμένου Βασιλείου Άρθουρ Κλαρκ) για αναθεώρηση του Συντάγματος για να καταστεί αυτό κάπως λειτουργικό (γεγονός που δικαιολογεί, κατά τους προαναφερθέντες "κυρίους", τη βίαιη αντίδραση των Τουρκοκυπρίων τον Δεκέμβρη του 1963), υποδεικνύω το αυτονόητο: Ότι δηλαδή επρόκειτο απλώς για μια πρόταση! Μια πρόταση που, για να εφαρμοστεί, θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή τόσο από την ηγεσία των Τουρκοκυπρίων όσο και από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις. Η αναθεώρηση λοιπόν του Συντάγματος του 1960 ήταν παντελώς αδύνατο να επιβληθεί μονομερώς από τους Ελληνοκυπρίους.

Είναι γεγονός ότι η ελληνοκυπριακή ηγεσία, συνειδητοποιώντας πόσο άδικο, προβληματικό, απαράδεκτο και εκτρωματικό ήταν το Σύνταγμα του 1960, δεν εγκατέλειψε ποτέ τον απώτερο στόχο της, που αρχικά ήταν η "Ένωση" και μετέπειτα η γνήσια Ανεξαρτησία! και αυτό ήταν απόλυτα θεμιτό και δικαιολογημένο, για τον απλούστατο λόγο ότι η λύση που επιβλήθηκε εκβιαστικά στην ελληνοκυπριακή πλευρά από τους Βρετανούς το 1959 ήταν ένα “έγκλημα” σε βάρος των Ελληνοκυπρίων, οι οποίοι είχαν κάθε δικαίωμα να επιδιώξουν τη δικαίωση και την επιβίωσή τους! Θα μπορούσε μάλιστα ο πιο πάνω στόχος να υλοποιείτο αν δεν ελάμβανε χώραν το προδοτικό πραξικόπημα της ελληνικής χούντας σε βάρος του Μακαρίου!

ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΤΙΓΓΙΡΙΔΗΣ
Πρώην Πρώτος Ανώτερος Διοικητικός Λειτουργός της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου