Ενώ η Κύπρος βρίσκεται ξανά στη μέγκενη της αντιμετώπισης σοβαρών προκλήσεων αυτό που υφίσταται κυρίως είναι μια επικοινωνιακή διαχείριση δεδομένων αντί μια δημιουργική παραγωγή πολιτικής. Ταυτόχρονα παρατηρούνται σπασμωδικές ενέργειες σε διάφορους τομείς του δημόσιου βίου. Σημειώνεται συναφώς ότι είναι πολύ επικίνδυνο όταν έντεχνα καλλιεργείται η θέση ότι «δεν μπορούμε να κυβερνηθούμε μόνοι μας και, ως εκ τούτου, οι έξωθεν παρεμβάσεις νομιμοποιούνται». Θα πρέπει επιτέλους με νηφαλιότητα να αξιολογούμε τα δεδομένα και να προχωρούμε σταθερά και με αυτοπεποίθηση στο πλαίσιο ολοκληρωμένων προσεγγίσεων.

Στο Κυπριακό, ενώ καλλιεργείται έντονα η εικόνα ότι υφίστανται οι προϋποθέσεις για λύση με θετικά αποτελέσματα, η πραγματικότητα είναι ότι οι τουρκικές θέσεις παραμένουν αναλλοίωτες. Αν θα υπάρξει λύση, θα είναι αποτέλεσμα της περαιτέρω προσέγγισης των τουρκικών θέσεων από την ελληνοκυπριακή ηγεσία.

Την ίδια στιγμή το εσωτερικό μέτωπο είναι κατακερματισμένο. Η συντριπτική πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων επιθυμεί λύση. Είναι όμως θεμιτό και αναμενόμενο να υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις για το περιεχόμενο της λύσης. Επιπρόσθετα, είναι ανεπίτρεπτο να υπάρχουν αφορισμοί όταν ακούονται επιφυλάξεις για την προτεινόμενη λύση. Θα ήταν προτιμότερο να εξετάζονται σε βάθος οι θέσεις της τουρκικής πλευράς και να μην ωραιοποιούνται. Μεταξύ άλλων, εκ των πραγμάτων αποτελούν θέματα ουσίας η συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, η λειτουργικότητα καθώς και η οικονομική βιωσιμότητα της λύσης, τα θέματα ασφάλειας και οι δημογραφικές προκλήσεις. Ως εκ τούτου, οι ευσεβοποθισμοί αποτελούν ανώριμη και επιπόλαια προσέγγιση δεδομένων.

Με αίσθημα πραγματισμού θεωρώ ότι οποιαδήποτε λύση βελτιώνει το status quo θα πρέπει να προκριθεί. Αντίθετα, οποιαδήποτε λύση επιδεινώνει την υφιστάμενη κατάσταση δεν πρέπει καν να οδηγηθεί σε δημοψήφισμα. Και τούτο επειδή σε ένα δημοψήφισμα το «όχι» θα έχει μεγαλύτερο κόστος από το 2004. Εννοείται ότι ο λαός έχει τον τελευταίο λόγο. Αλλά είναι σημαντικό να δοθεί πραγματική επιλογή στον λαό.

Αλλά και σε θέματα οικονομίας είναι πολύ σημαντικό να αξιολογήσουμε τα δεδομένα. Και εδώ παρατηρούνται αχρείαστες θριαμβολογίες και μια δόση υπερβολής. Οι κυβερνητικές εκτιμήσεις ότι η οικονομία εξήλθε από την ύφεση και έχει εισέλθει σε αναπτυξιακή πορεία είναι υπερβολικές και μη ρεαλιστικές. Η πραγματικότητα είναι ότι υπάρχει μια σταθεροποίηση σε χαμηλά και μη αποδεκτά επίπεδα. Σημειώνω, μεταξύ άλλων, την υψηλή ανεργία, τη συνεχιζόμενη δημογραφική αιμορραγία, το κλείσιμο μικρομεσαίων επιχειρήσεων, τη συρρίκνωση της μεσαίας τάξης και την αύξηση της φτώχιας. Αυξάνεται επίσης η ανισότητα, ενώ ετοιμάζεται η πώληση εθνικού και ιδιωτικού πλούτου.

Ταυτόχρονα δεν έχουν επιλυθεί τα προβλήματα στον τραπεζικό τομέα, ενώ με μια σειρά εκποιήσεων θα υπάρχουν περισσότερες ρωγμές στον κοινωνικό ιστό. Η θέση αυτή δεν υπονοεί ότι θα πρέπει να διαγραφούν χρέη. Θα πρέπει όμως να υπάρξουν άλλες προσεγγίσεις, ούτως ώστε να ενθαρρυνθεί μια αναπτυξιακή πορεία, για να καταστεί δυνατή η αποπληρωμή του δημόσιου και του ιδιωτικού χρέους. Σε σχέση με το πολύ καυτό ζήτημα του ιδιωτικού χρέους είναι σημαντικό να υπάρξουν διάφορα σχέδια, τα οποία αφενός να δίνουν ανάσες σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, αλλά αφετέρου να ικανοποιούνται και οι τράπεζες. Μεταξύ άλλων, είναι δυνατό να κατατεθούν σχέδια ενοικιαγοράς, με στόχο την επέκταση του χρόνου αποπληρωμής δανείων.

Στο πλαίσιο της επαναξιολόγησης της οικονομικής πολιτικής θα ήταν χρήσιμο να επανεξετάσουμε τα θέματα ιδιωτικοποίησης ημικρατικών οργανισμών. Υπάρχουν οι συμβατικές υποχρεώσεις, αλλά από την άλλη πρέπει επιτέλους να κατανοηθεί ότι οι συνταγές της Τρόικας δεν αποτελούν πανάκεια. Αντίθετα, εν πολλοίς, δημιουργούν περισσότερα προβλήματα απ’ όσα επιλύουν.

Πέραν του Κυπριακού και της οικονομίας, θα πρέπει να επαναξιολογηθεί το ευρύτερο αξιακό σύστημα. Ο άκρατος καταναλωτισμός, ο ατομισμός ως ύψιστη αξία, η διαίρεση λαού και κοινωνίας σε διάφορα επίπεδα, οι πελατειακές σχέσεις, η διαπλοκή, η διαφθορά, η αναξιοκρατία, ο αυταρχισμός, οι αυθαίρετες συμπεριφορές και η έλλειψη αλληλοσεβασμού έχουν οδηγήσει σε πολλά δεινά. Παράλληλα, τα τεκταινόμενα έχουν οδηγήσει σε μια αποξένωση από την πολιτική, καθώς και σε αισθήματα ταπείνωσης και έλλειψης αυτοπεποίθησης. Η ουσία είναι ότι θα πρέπει να οικοδομηθεί ένα νέο αξιακό σύστημα και κοινωνικοοικονομικό και πολιτικό υπόδειγμα. Θα πρέπει επίσης να γίνει κατανοητό ότι πολλές φορές η εξυπηρέτηση ατομικών και ευρύτερων στόχων προϋποθέτει συλλογική δράση.

Θα κλείσω με μια αισιόδοξη νότα: υπάρχουν τα εργαλεία πολιτικής για έξοδο από την πολυδιάστατη κρίση και την αποκατάσταση της αξιοπρέπειας του λαού. Βασική προϋπόθεση είναι ο παραμερισμός των ιδεολογικών αγκυλώσεων, της μικροπολιτικής, των πελατειακών σχέσεων και η επάνοδος της πραγματικής πολιτικής. Στο πλαίσιο αυτό η κοινωνία αλλά και το πολιτικό σύστημα θα πρέπει να προκρίνουν τις καλύτερες δυνατές επιλογές σε όλα τα επίπεδα.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ
Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και
Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας