Στις 30 Αυγούστου 1974, 15 μόλις ημέρες μετά την εκδήλωση της δεύτερης φάσης της τουρκικής εισβολής, με αιμάσσουσα την Κύπρο, με νεκρούς, αγνοούμενους, εγκλωβισμένους, με 200 χιλιάδες πρόσφυγες σε σκηνές να ετοιμάζονται για ένα μαρτυρικό χειμώνα, οι εθνοκάπηλοι - αμετανόητοι της εθνικής καταστροφής, αντί να εξαφανιστούν από προσώπου γης από το όνειδος της προδοσίας, ικετεύοντας γονυκλινείς έλεος από τον προδομένο λαό, συνέχιζαν το ολετήριο έργο τους.
Μπορεί ο ιστορικός του μέλλοντος να δυσκολευτεί να πιστέψει το μέγεθος της προδοσίας, όταν θα πρέπει να καταγράφει την ιστορική αλήθεια. Ότι, δηλαδή, ακόμα και μετά το τουρκοφόρο πραξικόπημα, με την Κύπρο βυθισμένη στο πένθος, οι άθλιοι της μεγαλύτερης προδοσίας της νεότερης ιστορίας του Ελληνισμού συνέχιζαν να δολοφονούν δημοκρατικούς πολίτες και να επιχειρούν απροσχημάτιστα τη διευκόλυνση υλοποίησης των τουρκικών σχεδιασμών.
Συνεπώς, η δολοφονική απόπειρα κατά του Βάσου Λυσσαρίδη, που αγωνιζόταν ανυποχώρητα για την επιστροφή του Μακαρίου και η δολοφονία του Δώρου Λοΐζου, ως ιστορικό συμβάν, είναι αδιάψευστη μαρτυρία και αμάχητο τεκμήριο της εφιαλτικής υποβοήθησης ενός τελειωτικού κτυπήματος σε βάρος της Κύπρου.
Ποια άλλη λογική ερμηνεία είναι δυνατό να υπάρξει, όταν το έγκλημα αυτό, αλλά και άλλα που προηγήθηκαν και ακολούθησαν, διενεργήθηκαν την ώρα που η Τουρκία και οι συνοδοιπόροι της προσέβλεπαν στην αναζωπύρωση της εσωτερικής ανωμαλίας με ένα νέο κύκλο αίματος, προς διευκόλυνση είτε της επιβολής «λύσης» βασισμένης στα τετελεσμένα, είτε ακόμα και νέας τουρκικής προέλασης, με την επίκληση του προσχήματος της ανωμαλίας μεταξύ των Ελληνοκυπρίων. Άλλωστε, είχε προηγηθεί 15 ημέρες πριν, η γνωστή σύσκεψη στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, προς επιβολή του διχοτομικού Σχεδίου Γκιουνές, ενώ το αίτημα για αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης με επιστροφή του Προέδρου Μακαρίου είχε καταστεί παλλαϊκό.
Σαράντα ένα χρόνια μετά, η απάντηση στο ερώτημα τι επιδίωκε εκείνη η εγκληματική συνομοταξία των κάπηλων των εθνικών ιδανικών, μπορεί να δοθεί με ασφάλεια.
Το επιχείρημα ότι έπραξαν όσα έπραξαν, με ελατήρια πατριωτικά και στόχους εθνικούς, έχει θρυμματιστεί από την αδέκαστη ιστορία.
Αποδεδειγμένα, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας είναι, πρώτον, ότι ταυτίστηκαν με τα πλέον αντικυπριακά κέντρα εξύφανσης συνωμοσιών σε βάρος της Κύπρου. Δεύτερον, πως είχαν κοινό στόχο, μαζί με τη CIA και τη Χούντα, τον Πρόεδρο Μακάριο. Τρίτον, το γεγονός ότι κι όταν ακόμα ολοφάνερα αποκαλύφθηκε ότι Χούντα και CIA επιδίωκαν τη διχοτόμηση της Κύπρου με τη δολοφονία του Μακαρίου, αυτοί συνέχιζαν να εμποδίζουν την επιστροφή του, ολόκληρο το δεύτερο εξάμηνο του 1974. Και τέλος, ότι από τις δικές τους γραμμές οργανώθηκε και εκτελέσθηκε το έγκλημα της 30ής Αυγούστου με στόχο την πρόκληση εμφύλιας διαμάχης, ενώ ο Αττίλας ευρίσκετο εντός των πυλών.
Είναι αξίωμα ότι η ιστορική μνήμη υπάρχει για να φωτίζει κυρίως το μέλλον. Όμως η κάθαρση της τραγωδίας του 1974 επιβάλλει την ανάληψη ευθυνών για εγκλήματα από όσους βαρύνονται με συμμετοχή στα τότε γεγονότα. Θα βρουν άραγε, το θάρρος, έστω και σήμερα 41 χρόνια μετά, να το πράξουν, συνεισφέροντας με αυτό τον τρόπο στον αγώνα για τη σωτηρία της Κύπρου με μια σωστά θεμελιωμένη λαϊκή ενότητα; Το δίδαγμα της ιστορίας απαιτεί την καταξίωση και δικαίωση της εθνικής του χρησιμότητας.




