Τώρα που άρχισε και αναπτύσσεται μια ενεργός διαδικασία για επίτευξη λύσης του χρονίζοντος κυπριακού προβλήματος, διάφοροι μελετητές, επιστήμονες οικονομολόγοι και άλλοι έχουν επισημάνει με άρθρα τους τα οικονομικά προβλήματα που θα έχει να αντιμετωπίσει η Κύπρος, αν η λύση που θα επιτευχθεί θα είναι αυτή της Δικοινοτικής Διζωνικής Ομοσπονδίας (ΔΔΟ). Συναφώς θα ήθελα να υποδείξω ότι στους αντίποδες του πολιτικού συστήματος της ΔΔΟ ένας θα μπορούσε να τοποθετήσει αφ' ενός το Ενιαίο Κράτος με ευρείες εξουσίες αυτοκυβέρνησης στην καθεμιάν από τις δυο Κοινότητες και αφ' ετέρου τη Συνομοσπονδία δύο κρατών.

Μερικοί αρθρογράφοι για το θέμα αυτό (π.χ. Δρ Ιάκωβος Αριστείδου και Δρ Αντρέας Θεοφάνους) επισημαίνουν το σοβαρό οικονομικό πρόβλημα που θα προέλθει από μια πολύ υψηλού κόστους λειτουργική διαδικασία που θα συνεπάγεται ένα πολυμερές κυβερνητικό σύστημα, όπως αυτό της ΔΔΟ με πολιτική ισότητα, που θα προνοεί για δυο επιμέρους Βουλές και για μια Κεντρική Γερουσία, καθώς και για δυο αυτόνομα διοικητικά συστήματα, ένα για την κάθε Πολιτεία, παράλληλα με ένα εξίσου πολυάριθμο κεντρικό κρατικό όργανο, στο οποίο θα διορισθούν δημόσιοι υπάλληλοι και από τις δυο Κοινότητες. Οι σχετικές αναλύσεις αναφέρουν ότι το συνεπακόλουθο λειτουργικό κόστος θα επιβαρύνει τα οικονομικά του Κράτους της ΔΔΟ σε τέτοιο βαθμό, που θα του στερεί τους απαραίτητους πόρους για την επιθυμητή κοινωνικο-οικονομική ανάπτυξη.

Συμπερασματική τους εισήγηση: να υιοθετήσουμε μια πιο «ήπιας» μορφής Ομοσπονδία, που να στηρίζεται σε μια ισχυρή Κεντρική Κυβέρνηση όπως περίπου εκείνην που προνοούσε το Σύνταγμα του 1960, κατά το οποίο είχαμε μια Βουλή και δυο Κοινοτικές Συνελεύσεις, που διαχειριζόντουσαν η καθεμιά μόνο τα ιδιαίτερης σημασίας κοινοτικά θέματα, όπως την παιδεία, τον αθλητισμό και τον πολιτισμό.

Άλλοι αρθρογράφοι (π.χ. Δρ Άρης Πετάσης και Κώστας Παναγιώτου) επισημαίνουν το μεγάλο χρέος που θα κληρονομήσουμε, αν υιοθετήσουμε την επιδιωκόμενη λύση της ΔΔΟ και που θα προέλθει από τα επιμέρους χρέη της νυν Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς και εκείνα της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βορείου Κύπρου», συν το κόστος των αποζημιώσεων για το περιουσιακό και που εκτιμάται ότι, μαζί με άλλα, θα ανέλθει συνολικά στο 300% του νέου ΑΕΠ. Αυτό μοιραία, υποδεικνύουν, θα οδηγήσει το νέο μας ομόσπονδο κράτος σε οικονομική κατάρρευση. Συμπερασματική τους εισήγηση: είτε «να μείνουμε όπως είμαστε», είτε να επιλέξουμε μια μορφή Συνομοσπονδίας, κατά την οποία το κάθε μέρος θα έχει ευθύνη για τα δικά του οικονομικά προβλήματα.

Το γενικό συμπέρασμα από τις πιο πάνω αρθρογραφίες θα μπορούσε να συνοψισθεί στα εξής: η πιο οικονομικά «βιώσιμη» λύση θα είναι αυτή της Συνομοσπονδίας δυο ανεξαρτήτων κρατών, ενώ η πιο ακριβή «λειτουργική» λύση θα είναι αυτή της επιδιωκόμενης ΔΔΟ.

Γιατί, όμως, παράλληλα με τις πιο πάνω κοστολογικές αναλύσεις, και πριν να βγάλουμε γενικά συμπεράσματα, να μη βάλουμε στις διάφορες οικονομολογικές εξισώσεις και τη βοήθεια που θα αναμένουμε και από εκείνους που μας στηρίζουν στην εξεύρεση λύσης ΔΔΟ (έστω μικρή ή μεγάλη), καθώς και τη μεγάλη κοινωνικο-οικονομική ανάπτυξη που θα επιφέρει μια λύση, που θα προέλθει από μια ειρηνική και μακροπρόθεσμη διευθέτηση, που θα ενώνει τον τόπο, τον λαό και την οικονομία, μια λύση χωρίς την ανάγκη να ξοδεύουμε για εξοπλισμούς, μια «Ελβετία» της Ανατολικής Μεσογείου στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης;

Γεννάται, επομένως, το ερώτημα: ενόψει των σοβαρών αυτών οικονομικών προβλημάτων, και μόνο, που αναμένεται να προκύψουν από τη συμφωνημένη στόχευση της Δικοινοτικής Διζωνικής Ομοσπονδίας, με πολιτική ισότητα, επιβάλλεται όντως να αλλάξουμε στόχο και στρατηγική; Και αν ναι, ποια ελπίδα έχουμε να επιτύχουμε την αποδοχή της από τις δυο Κοινότητες και τη στήριξη του διεθνούς παράγοντα, όταν το Εθνικό Συμβούλιο έχει ήδη από καιρό αποδεχθεί τη λύση της ΔΔΟ και τα Ηνωμένα Έθνη και η Ευρωπαϊκή Ένωση την επικύρωσαν και τη στηρίζουν;

Συμπερασματικά, επομένως, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι πιο πάνω διαπιστώσεις των αξιόλογων οικονομολόγων και ερευνητών, αντί να μας οδηγήσουν στις αναποτελεσματικές περιπέτειες της αλλαγής της στόχευσης, είτε προς μια μορφή Ενιαίου Κράτους είτε προς μια μορφή Συνομοσπονδίας, θα ήταν πολιτικά σοφότερο αν τις παραπέμπαμε στους δυο Διαπραγματευτές που επεξεργάζονται συστηματικά μια μορφή λύσης του τύπου της ΔΔΟ με πολιτική ισότητα, με τη σύσταση να επιχειρήσουν να εισαγάγουν σε αυτήν τέτοιες πρόνοιες, που να μειώνουν κατά το δυνατόν τα προβλήματα που επισημάνθηκαν και που να μεγιστοποιούν τους παράγοντες που θα βοηθούν στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη.

ΓΙΩΡΓΟΣ Δ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ