Η «υπό συνθήκην» δημιουργία κρατών, υπό την αίρεση «εγγυήσεων», θυμίζει τη γεμάτη αποτυχίες και ένταση εμπειρία του διεθνούς συστήματος της πάλαι ποτέ Κοινωνίας των Εθνών. Κατάλοιπο άλλων εποχών, η νοοτροπία δημιουργίας κρατών υπό το καθεστώς ξένων εγγυήσεων είναι εντελώς παρωχημένη

Μια συμφωνία για λύση, εξηγούν πολλοί, είναι αδήριτη ανάγκη προκειμένου να τερματισθεί η τουρκική κατοχή και η διαίρεση του εδάφους της χώρας σε κατεχόμενες και ελεύθερες περιοχές. Εγκωμιάζεται ακόμα μια πιθανή συμφωνία διότι θα δημιουργήσει συνθήκες ειρήνης. Ειρήνη και ασφάλεια για μια μικρή χώρα, που εδώ και δεκαετίες ζει μέσα στην αβεβαιότητα και τη διαρκή πιθανότητα έντασης, γνωρίζοντας την αναλογικά μεγαλύτερη συγκέντρωση στρατιωτικών δυνάμεων. Ενώ, προηγουμένως είχε υποστεί έναν εξαιρετικά άνισο και βίαιο πόλεμο, ο οποίος ακολούθησε μια δεκαετία συμπλοκών και μόνιμης απειλής για στρατιωτική επέμβαση.

Είναι οπωσδήποτε δελεαστική η υπόσχεση της ειρήνης. Αλλά πέραν από απλή υπόσχεση, η ειρήνη και η ασφάλεια θα πρέπει να κατοχυρωθούν στην Κύπρο με συγκεκριμένο, αποτελεσματικό, αξιόπιστο και γι’ αυτό πειστικό τρόπο.

Γνωρίζουμε όλοι πώς και γιατί χρειάζεται στην Κύπρο ομοσπονδία. Η ομοσπονδία είναι πια συνώνυμη μιας λύσης του κυπριακού προβλήματος. Ωστόσο, όλοι γνωρίζουμε επίσης ότι κατ’ αρχήν τίποτα στα ιστορικά και γεωγραφικά-δημογραφικά δεδομένα δεν δικαιολογεί ομοσπονδία. Αυτή ήταν, τρόπον τινά, απότοκο του πολέμου που γνώρισε η Κύπρος. Για να «εκλογικευτεί» σήμερα, έχει ως αντίκρισμα την ειρήνη και την ασφάλεια για τον κυπριακό λαό. Ορθολογικά είναι επιθυμητή από την ώρα που παρουσιάζεται περίπου ως το «τίμημα» για τον τερματισμό της ξένης κατοχής και την αποχώρηση των στρατευμάτων.

Δεν υπάρχει, επομένως, αμφιβολία ότι μαζί με την εκ θεμελίων αναθεώρηση του πολιτειακού συστήματος, μια συμφωνία για λύση θα είναι πλήρης και λειτουργική μόνον εφόσον διασφαλίζει με λογικό μέτρο την ειρήνη και δημιουργεί συνθήκες ασφάλειας. Αμέσως γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι μια τέτοια συμφωνία δεν είναι δυνατό να περιλαμβάνει ούτε κάτι ανάλογο του «συστήματος εγγυήσεων» του 1959, ούτε και οποιαδήποτε επεμβατικά «δικαιώματα» τρίτων δυνάμεων. Ένα σύστημα «εγγυήσεων» (από κράτη τα οποία μάλιστα έχουν εμπλακεί σε βίαια επεισόδια και στρατιωτικές επιχειρήσεις με αντικείμενο την Κύπρο), έρχεται σε κατάφωρη αντίφαση με τη βασική λογική, στην οποία εδράζεται μια πολιτική συμφωνία για λύση του Κυπριακού. Πέραν του γεγονότος ότι «επεμβατικά δικαιώματα» είναι ταυτόσημα στρατιωτικής δράσης -και έτσι ακυρώνουν την «υπόσχεση ειρήνης»- είναι οπωσδήποτε αδιανόητα μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η «υπό συνθήκην» δημιουργία κρατών, υπό την αίρεση «εγγυήσεων», θυμίζει τη γεμάτη αποτυχίες και ένταση εμπειρία του διεθνούς συστήματος της πάλαι ποτέ Κοινωνίας των Εθνών. Κατάλοιπο άλλων εποχών, η νοοτροπία δημιουργίας κρατών υπό το καθεστώς ξένων εγγυήσεων είναι εντελώς παρωχημένη. Οπωσδήποτε είναι εντελώς ξένη και δεν χωράει στην ενωμένη Ευρώπη.

Πρέπει εδώ να υπενθυμίσουμε ότι ολόκληρο το εγχείρημα της κατασκευής της ενωμένης Ευρώπης, πολύ περισσότερο από επιχειρήματα οικονομικής φύσεως και συνεργασίας μεταξύ των λαών σε συνθήκες συμβίωσης, από την αρχή εδραζόταν στο ζητούμενο της ειρήνης. Η προσέγγιση και συνεργασία των ευρωπαϊκών κρατών, σε βαθμό συσσωμάτωσης, έγινε αντιληπτή ως ένας ιδιαίτερα αποτελεσματικός τρόπος αποτροπής βίαιων συγκρούσεων και πολέμων. Από αυτήν την άποψη, της μόνιμης ειρήνης στο εσωτερικό της, η Ευρώπη δουλεύει. Εδώ και δεκαετίες, φαίνεται εκ των πραγμάτων αποτελεσματική. Με τον ίδιο αυτόν τρόπο πρέπει να δουλέψει και για την Κύπρο.

Μέσα από μια συμφωνία λύσης θα ενταχθούν και στην πράξη οι Τουρκοκύπριοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ως πολίτες της Κύπρου που θα συνεχίσει βέβαια να είναι κράτος-μέλος. Γι’ αυτό εξάλλου είναι πια κοινή παραδοχή ότι οι ευρωπαϊκές αρχές και κανόνες θα είναι το θεμέλιο της συμφωνίας που ενσωματώνει μέσα στο ίδιο κράτος Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους. Επομένως, το ζήτημα ασφάλειας σε «κοινοτικό επίπεδο» μπορεί να αντιμετωπίζεται στη βάση του κοινού σχεδίου ειρήνης και σταθερότητας, που φέρνει μαζί όλους τους ευρωπαϊκούς λαούς που συμμετέχουν στην Ένωση.

Τι θα γίνει, όμως, με το γενικότερο ζήτημα ασφάλειας μιας μελλοντικής ομοσπονδιακής Κύπρου; Το θέμα αυτό χρειάζεται βεβαίως πειστικές απαντήσεις και αποτελεσματικές αποφάσεις. Δεν αφορά μάλιστα μόνο το ζήτημα των σχέσεων με την Τουρκία, αλλά σίγουρα συμπεριλαμβάνει και τις πολύκροτες αγγλικές στρατιωτικές βάσεις. Η χώρα βρίσκεται στο μέσο μιας ιδιαίτερα ασταθούς γεωπολιτικά περιοχής και περιτριγυρίζεται από εστίες έντασης και πολέμου.

Το έδαφός της συνιστά τα εξωτερικά ευρωπαϊκά σύνορα προς τη Μέση Ανατολή και, ειδικότερα στις μέρες μας, βρίσκεται μόλις «μιαν ανάσα» από το τερατώδες «πείραμα» του λεγόμενου Ισλαμικού Κράτους, που προχωρεί με ιδιαίτερη βαναυσότητα και λογική διαρκούς εγκλήματος κατά της Ανθρωπότητας. Θα πρέπει να δοθεί μια συνολική λύση για την Κύπρο, όπως προσδιορίζεται ως «ευρωπαϊκός πυλώνας σταθερότητας και ασφάλειας» στο νοτιοανατολικό άκρο της Μεσογείου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι και επ’ αυτού χρειάζεται μια «ευρωπαϊκή λύση».

Κατ’ αρχάς είναι αντιληπτό ότι τα όσα ισχύουν για το αναχρονιστικό και αδικαιολόγητο καθεστώς των «εγγυήσεων», ισχύουν και για τις βάσεις. Δεν νοείται ένα κράτος-μέλος της Ε.Ε. να διατηρεί βάσεις -και μάλιστα χωρίς κανένα αντιστάθμισμα!- σε ένα άλλο κράτος-μέλος. Θα ήταν ασυγχώρητος εθνοκεντρικός εγωισμός μια χώρα όπως η Βρετανία -που έχει συνδεθεί τόσο με την Κύπρο- να προβάλει προβλήματα σε μια συνολική λύση του κυπριακού ζητήματος αξιώνοντας να κατέχει σημαντικό μέρος κυπριακού εδάφους και να διατηρεί χωρίς κάποιο ανάλογο αντιστάθμισμα στρατιωτικές βάσεις πολλές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την επικράτειά της. Βέβαια, η Βρετανία φάνηκε διατεθειμένη να εγκαταλείψει εδάφη που η ίδια, από μόνη της, είχε... αποδώσει στον εαυτό της το 1959, στην περίπτωση μιας συμφωνίας για λύση. Αλλά αυτό δεν εξαντλεί καθόλου το θέμα, αφού θα πρέπει να συζητηθεί διεξοδικά και το καθεστώς των όποιων βάσεων, αλλά και το ικανοποιητικό αντιστάθμισμα που πρέπει να δοθεί στην Κύπρο.

Έχει κατά καιρούς διατυπωθεί η ιδέα να αλλάξει το καθεστώς των βάσεων και από αγγλικές να μετατραπούν σε βάσεις της Ατλαντικής Συμμαχίας. Είναι μια πιθανή λύση, με την προϋπόθεση ότι:

- θα πρέπει να υπαχθούν ρητά σε ευρωπαϊκό καθεστώς λειτουργίας (αφού ούτως ή άλλως και η Ε.Ε. συνεργάζεται απόλυτα για θέματα ασφάλειας και άμυνας με το ΝΑΤΟ),

- ρητή συμφωνία θα συμπεριλάμβανε στην αποστολή αυτών των στρατιωτικών εγκαταστάσεων εκτός όλων των άλλων σχετικών με τη διεθνή ασφάλεια, κατά προτεραιότητα, την άμυνα της Κύπρου, και

- με οποιοδήποτε καθεστώς, οι βάσεις αυτές θα έφερναν ένα αξιόλογο αντιστάθμισμα (με τη μορφή ετήσιας αποζημίωσης) για το κυπριακό κράτος.

Παράλληλα, πρέπει να είναι σαφές ότι οι πρόσφατες στρατηγικής σημασίας συνεργασίες που έχει συνάψει και προωθεί περαιτέρω η Κυπριακή Δημοκρατία με γειτονικές χώρες θα πρέπει και να διατηρηθούν και να επεκταθούν. Γιατί αυτές οι συμφωνίες εκφράζουν με επιτυχία την ευρωπαϊκή πολιτική γειτονίας, συνεργασίας και ασφάλειας, και μπορεί να συμβάλουν στη γενικότερη εμπέδωση συνθηκών σταθερότητας.

Μια τέτοια συνολική «παράλληλη» συμφωνία για θέματα ασφάλειας χρειάζεται, για να είναι λογική και λειτουργική η όποια συμφωνία λύσης. Λογικά δεν πρέπει να αρνηθούν να συγκατανεύσουν είτε η Τουρκία είτε η Βρετανία, εφόσον ειλικρινά θέλουν να δουν την Κύπρο να ειρηνεύει και να σταθεροποιείται. Ενώ, σε αυτό ειδικά το επίπεδο, θα πρέπει τόσο η Ε.Ε. όσο και οι Η.Π.Α., που σίγουρα ενδιαφέρονται για το τι θα συμβεί στην Κύπρο, να αναλάβουν και τις ευθύνες τους.

Π. ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ
Βουλευτής Λευκωσίας (ΔΗΣΥ)