Στη σύγχρονη ιστορία η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί, σύμφωνα με την καθηγήτρια του Georgetown University, Kathleen R. McNamara, μια μοναδική προσπάθεια εγκαθίδρυσης μιας ειρηνικής και ευημερούσας πολιτικής κοινότητας πέρα από το στενό πλαίσιο του έθνους κράτους. Επιδίωξη του ευρωπαϊκού οικοδομήματος είναι η διαμόρφωση ενός κοινού πολιτικού μέλλοντος των Ευρωπαίων πολιτών στο πλαίσιο σταθερά δομημένων θεσμών, νόμων και πολιτικών και στη βάση δύο πυλώνων, του «διακυβερνητισμού» και της «λειτουργικότητας». Η οικονομική κρίση και οι διεργασίες που διεξήχθησαν για τη διαχείρισή της προκάλεσαν όμως αντιδράσεις, όξυναν τις διαφορές μεταξύ της Βόρειας και της Νότιας Ευρώπης και περιόρισαν τη διάθεση πολλών Ευρωπαίων πολιτών για χάραξη ενός κοινού πολιτικού μέλλοντος.
Το φιλόδοξο εγχείρημα ενός κοινού νομίσματος και η κρίση στην Ευρωζώνη υπογράμμισε ότι η πολιτική ανάπτυξη της Ευρώπης είναι ελλιπής. O J?rgen Habermas, παραθέτοντας ότι η Ευρώπη είναι εγκλωβισμένη σε μια πολιτική παγίδα, επισημαίνει: «Χωρίς κοινή χρηματοπιστωτική και οικονομική πολιτική, οι εθνικές οικονομίες των δήθεν κυρίαρχων κρατών - μελών θα εξακολουθήσουν να αποκλίνουν μεταξύ τους ως προς την παραγωγικότητα.
Καμία πολιτική κοινότητα δεν μπορεί να αντέξει τέτοια εσωτερική ένταση σε μακροπρόθεσμη βάση». Η πολιτική συζήτηση για τους τρόπους επιβολής της λιτότητας, τους όρους της χρηματοδότησης και τον τρόπο επίλυσης της κρίσης χρέους έφερε στο προσκήνιο διαφοροποιήσεις ως προς τις πρακτικές χάραξης πολιτικής σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο. Η οικονομική κρίση, οι ανεπαρκείς σχεδιασμοί, οι πελατειακές σχέσεις των οικονομιών, η έλλειψη διάθεσης υποχωρήσεων και η ανικανότητα ανάληψης εξισορροπητικών ρόλων αποτέλεσαν σαφείς ενδείξεις της ανάγκης επαναπροσανατολισμού της πορείας του ευρωπαϊκού οράματος.
Η μορφή της Ευρώπης και η ζωή των πολιτών της έχουν αμετάκλητα διαμορφωθεί από την επίδραση των νόμων και θεσμών της Ε.Ε., η οποία καλείται να αντιμετωπίσει τις νέες προκλήσεις που υπαγορεύει η συστημική κρίση και η πολιτική ενοποίηση της Ευρωζώνης. Μια ομάδα Γερμανών διανοουμένων (Glienicker Gruppe) τον Οκτώβριο του 2013 παρέθεσε ότι οι μηχανισμοί σταθεροποίησης, που τέθηκαν βιαστικά σε εφαρμογή, δεν αρκούν για την εγγύηση της μακροπρόθεσμης επιτυχίας του ευρώ. Στη βάση του ισχυρισμού του Jean Monnet, ότι η Ευρώπη θα πραγματωθεί μέσα από τη διαχείριση των κρίσεων, η σημερινή κρίση μπορεί να εκληφθεί και ως μια ιστορική ευκαιρία, που απαιτεί σωστή αξιοποίηση. Επειδή όμως η οικονομική διακυβέρνηση δεν δύναται να αντιμετωπίσει τα τρέχοντα ζητήματα, απαιτείται και Πολιτική Ένωση.
Προτάθηκε επομένως ο καταρτισμός μιας Ευρωσυνθήκης προς αντικατάσταση των προηγούμενων αποσπασματικών μεταρρυθμίσεων, η οποία θα αποτελέσει παρακαταθήκη συλλογικών εμπειριών και εκτιμήσεων από την περίοδο της κρίσης. Μια ομάδα Γάλλων οικονομολόγων, με επικεφαλής τον Thomas Piketty, δημοσίευσαν τον Μάιο του 2014 ένα «Μανιφέστο για την Ευρώπη», το οποίο ασπάστηκε πολλές από τις προτάσεις της ομάδας Glienicker. Απαντώντας στη γερμανική πρωτοβουλία διαπίστωσαν ότι το διακύβευμα είναι η αποτελεσματική ρύθμιση του παγκοσμιοποιημένου χρηματιστικού καπιταλισμού του 21ου αι. και η υλοποίηση πολιτικών κοινωνικής προόδου.
Είκοσι διεθνώς γνωστοί Έλληνες επιστήμονες και διανοούμενοι υπέγραψαν επίσης μια διακήρυξη με σκοπό να συνεισφέρουν στον διάλογο των Γερμανών και Γάλλων επιστημόνων για την πολιτική ένωσης της Ευρωζώνης. Σε αυτό το πλαίσιο ο πολιτικός επιστήμονας Αθανάσιος Θεοδωράκης θέτει εύλογα το ερώτημα: «Πώς θα έρθει στο προσκήνιο του ενδιαφέροντος η πολιτική, καθώς όλοι έχουν εθιστεί στη θεωρία της αναγωγής των πάντων σε θέματα οικονομίας;».
Παρά τις διαφορές στις επιμέρους προτάσεις, αποτελεί κοινή παραδοχή ότι η έξοδος από την κρίση επιβάλλει την επιλογή της κατεύθυνσης της οικονομικής διακυβέρνησης και της πολιτικής ενοποίησης. Το ελληνικό πρόβλημα ανέδειξε την ανάγκη μιας συνεχούς διαμόρφωσης των θεσμών της Ε.Ε., ώστε να επιτευχθεί ο ευρύτερος στόχος μιας ουσιαστικής πολιτικής και οικονομικής Ένωσης. Η υπέρβαση της κρίσης απαιτεί τη σύλληψη ενός νέου μοντέλου της ευρωπαϊκής ενοποίησης, κυρίως πολιτικής, που θα διασφαλίζει μια νέα ισορροπία ανάμεσα στο κοινό ευρωπαϊκό οικοδόμημα και τα κράτη έθνη.
Μόνο έτσι θα εξασφαλιστεί η στήριξη του κοινοτικού οικοδομήματος στα ίδια τα κράτη που το απαρτίζουν. Υπέρ της πολιτικής ενοποίησης της Ευρωζώνης τάσσεται και ο υπουργός Οικονομικών της Ιταλίας, Pier Carlo Padoan, που επισημαίνει ότι η περαιτέρω πολιτική ενοποίηση αποτελεί τον μοναδικό τρόπο διάσωσης της Ευρωζώνης: «Για να έχουμε μία οικονομική και νομισματική ένωση, χρειαζόμαστε μία κοινή δημοσιονομική πολιτική. Οι διαπραγματεύσεις για την περαιτέρω ενοποίηση της Ευρωζώνης πρέπει να επιταχυνθούν».
Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση με βάση την οικονομία υπονομεύεται συνεχώς από την παγκοσμιοποίηση. Επομένως μόνο μέσω της διαδικασίας της δημοκρατικής νομιμοποίησης της πολιτικής ένωσης της Ευρώπης θα δοθεί ουσιαστικός λόγος στην κοινωνία, ώστε να καταστεί βασικός μέτοχος του ευρωπαϊκού οράματος.
ΜΑΡΙΝΟΣ ΜΟΥΣΙΟΥΤΤΑΣ
Εκτελών Χρέη Γενικού Γραμματέα Δημοκρατικού Κόμματος




