Για χάρη των ιδιοτελών σκοπών, ενδυθήκαμε οι περισσότεροι με κοστούμια που δεν ήταν ραμμένα για το μπόι μας και προσπαθήσαμε να πορευτούμε σε νερά που ήσαν για εμάς αχαρτογράφητα
Ίσως να είμαστε ο μοναδικός λαός επί της γης που δεν χρειάζεται να ανατρέξει πουθενά αλλού παρά μόνο στη δική του ιστορία, για να αλιεύσει περιστατικά που περιγράφουν όλες τις δυνατές μεταπτώσεις της τύχης, της δύναμης, της κυριαρχίας, της διπλωματίας, του πολιτισμού, του αποτροπιασμού, αλλά και όλων των άλλων ανθρώπινων παθών και αρετών. Οι πρόγονοί μας, αληθώς, τα πάντα εδημιούργησαν. Καλά και κακά. Όμορφα μα και άσχημα. Ανδραγαθήματα και έσχατες προδοσίες. Είμαστε ένα έθνος χαοτικό, που τα περικλείει όλα. Ικανοί να πετύχουμε το αδιανόητο και παντοτινοί εραστές της υποπεριπτωσιολογίας.
Μέσα σε αυτήν τη χαοτική μας φύση, όμως, δεν μπορεί να στεριώσει η πειθαρχία, που είναι απαραίτητη για την οριοθέτηση των ανθρώπινων συμπεριφορών, αλλά και η μεθοδικότητα στους σχεδιασμούς των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων, που έχουν ως στόχο την ευημερία μας. Έτσι, ενώ τα πάμε αρκετά καλά σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης και μεγάλης σπουδής (λόγω της ιδιόμορφης ιδιοσυγκρασίας μας), την «πατάμε» όταν αντιμετωπίζουμε ανεπαίσθητα προβλήματα, που έχουν την τάση όμως να θεριεύουν στην πορεία, λόγω της συσσωρευτικής και συνεργατικής τους δράσης. Δυστυχώς, η σχεδόν μεταφυσική, ληθαργική μετάπτωση που μας χαρακτηρίζει στην αδυναμία μας να αντιληφθούμε, να περιορίσουμε και να επιλύσουμε μικρά καθημερινά προβλήματα, μας ροκανίζει μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο ό,τι πιο σημαντικό έχουμε να προτάξουμε ως έθνος: τη δυναμική μας σε έναν κόσμο που αλλάζει.
Όπως λένε και οι συμβουλευτικοί ψυχολόγοι στους ασθενείς που εθελοτυφλούν, μη θέλοντας να παραδεχθούν το πόσο ασύμφορο είναι να αφήνονται οι λογής - λογής εκκρεμότητες στην τύχη τους: «κανείς δεν σκοντάφτει πάνω στα μεγάλα βράχια. Τα μικρά χαλικάκια είναι που κάνουν όλη τη ζημιά». Όπως ένα τσιμπούρι δεν μπορεί να γονατίσει έναν περήφανο ιχνηλάτη, αλλά εφόσον το σκυλί μείνει επί μακρόν χωρίς φροντίδα, το ένα τσιμπούρι θα γίνει δεκάδες, και τότε το ζώο θα καταντήσει άρρωστο και αδύναμο.
Έτσι κι εμείς, αφεθήκαμε σε μια κατάσταση αυτοκαταστροφικής θέασης των πραγμάτων, που τελικά μας αποδυνάμωσαν στον υπέρτατο βαθμό. Τα δικά μας τσιμπούρια είναι τα πάσης φύσεως ατοπήματά μας σε προσωπικό, διαπροσωπικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Για χάρη των ιδιοτελών σκοπών, ενδυθήκαμε οι περισσότεροι με κοστούμια που δεν ήταν ραμμένα για το μπόι μας και προσπαθήσαμε να πορευτούμε σε νερά που ήσαν για εμάς αχαρτογράφητα. Μοιραία, βρεθήκαμε έξω από τα νερά μας. Ήταν επόμενο, κάποια στιγμή, η παράσταση να τελειώσει και να έρθει η ώρα του λογαριασμού. Αυτόν τον λογαριασμό είναι που καλούμαστε τώρα να πληρώσουμε και η εξόφλησή του δεν απαιτεί μόνο αγαθά εις χρήμα. Διεκδικεί επίσης τις αξίες μας, τα ιδανικά μας, τις παραδόσεις μας, το φιλότιμό μας, τη φιλοπατρία μας.
Η μοναξιά της χαοτικής μας φύσης δεν μας επέτρεψε να δούμε με καθαρότητα τον κόσμο του σήμερα. Αποδείχθηκε περίτρανα ότι δεν φτάνει μόνο το ταλέντο και τα φυσικά προσόντα για να γίνει κάποιος πρωταθλητής. Όπως αναφέρθηκε και στην αρχή του άρθρου, χρειάζεται πειθαρχία και σοβαρότητα στους σχεδιασμούς. Χρειάζεται ακόμα να έχεις ρεαλιστικούς στόχους και επιδιώξεις. Οι σύγχρονες πολιτικές, τόσο σε διακρατικό αλλά και σε διαπροσωπικό επίπεδο, χαρακτηρίζονται από αυτό που εγώ αποκαλώ ως «η ψυχολογία της αράχνης».
Όλοι πλέκουν τους ιστούς τους με σκοπό να παγιδεύσουν τα θύματά τους. Συνήθως δε, τα θύματα είναι οι μικρότεροι ένοικοι των ενδιαιτημάτων του αξιοθαύμαστου εντόμου με τα οκτώ πόδια. Εμείς, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, αν και είμαστε από τους μικρότερους των μικρότερων των γεωπολιτικών ενδιαιτημάτων του πλανήτη μας, κοπτόμαστε περισσότερο στην ύφανση ιστών που έχουν ως στόχο την παγίδευση (άρα και τη μετέπειτα βρώση) των συμπολιτών μας, παρά των φανερών ή και κρυφών (αλλά σε κάθε περίπτωση γνωστών) αντιπάλων μας.
Αν επιστρατεύαμε, έστω και στο ελάχιστο, τον ζήλο και την ευρηματικότητα που επιδεικνύουμε στην ύφανση αυτο-τρικλοποδιών σε πιο γόνιμες για την ευημερία του κράτους μας ασχολίες (π.χ. η συνεχής προσπάθεια ανεύρεσης συμμάχων για εγκαθίδρυση σχέσεων αμοιβαιότητας όσον αφορά τις εξαγωγές προϊόντων, η πραγματική ενίσχυση της γεωργοκτηνοτροφικής παραγωγής μέσω της προσέλκυσης των νέων ανέργων, η ενίσχυση της εσωτερικής αγοράς, η εφαρμογή μιας εφικτής πολιτικής δημιουργίας βιομηχανικών προϊόντων, η ενίσχυση του εθελοντισμού, η εφαρμογή των νόμων, η προαγωγή της συλλογικότητας ανάμεσα στις τάξεις των πολιτών, η τιμωρία της ασυδοσίας και άλλα πολλά), τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά.
Όλα είναι θέμα συνήθειας. Εμείς, τα τελευταία 40 χρόνια, συνηθίσαμε σε έναν τρόπο ζωής που μας οδηγεί στη φαυλότητα. Νομίζω πιο ισχυρή λέξη δεν μπορεί να εξευρεθεί για να περιγράψει το πού κατευθυνόμαστε… πρέπει να ξεσυνηθίσουμε… πρέπει να ξαναβρούμε τη χαμένη δυναμική μας. Ανάλογα με την ικανότητα ενός λαού για πρόοδο, εφευρετικότητα και μαχητικότητα για επικράτηση, αυτή η περίφημη δυναμική μπορεί να τροποποιηθεί δραματικά. Οι όποιες τροποποιήσεις έχουν τόσο άμεσο αντίκτυπο που δεν επιτρέπει εφησυχασμούς. Ένα ορθολογιστικό και προνοητικό κράτος φροντίζει για τις ικανότητες των πολιτών του, διότι κάθε γενιά πρέπει να διδαχθεί τον τρόπο να κτίζει περαιτέρω και όχι να κλονίζει το οικοδόμημα του κράτους.
Πρώτο βήμα για το ξεσυνήθισμα είναι η βελτίωση του εαυτού μας. Όταν επισκέφθηκε, προ ολίγον καιρό, ο πατήρ Στέφανος Αναγνωστόπουλος τον γέροντα Εφραίμ της Αριζόνα, ο γέροντας ρώτησε τον επισκέπτη του εάν γνωρίζει, παρά τα αναρίθμητα καλά που έπραξε, εάν θα σωθεί η ψυχή του ή αν θα κολαστεί. Βέβαια, για όσους γνωρίζουν έστω και στο ελάχιστο τον βίο των δύο ανδρών, η πιο πάνω ερώτηση θα τους προκαλεί έκπληξη!
Μα πώς γίνεται αυτές οι δύο ανυπέρβλητες μορφές της ανιδιοτελούς προσφοράς να αγωνιούν για το αν θα σωθούν οι ψυχές τους ή όχι; Κι όμως! Οι δύο σοφοί γέροντες γνωρίζουν περισσότερο από τον καθένα ότι η σωτηρία θέλει συνεχή και ακατάπαυστη εγρήγορση. Πρέπει να μας γίνει δεύτερη φύση το ενδεχόμενο της απώλειας. Ίσως να πρέπει να γίνουμε κι εμείς οι γέροντες Εφραίμ του εαυτού μας. Ίσως να πρέπει όλοι μας να αυτοερωτηθούμε: «Εμείς τι κάναμε, για να σώσουμε τον τόπο μας»;
Η ψυχή του τόπου είμαστε εμείς. Εγώ κι εσύ κι ο διπλανός μας. Εμείς μόνο μπορούμε να γυρίσουμε τον τροχό. Δεν χρειαζόμαστε τίποτε άλλο, παρά μόνο τα χέρια μας και τις ιδρωμένες από τη σκληρή εργασία φανέλες μας. Η ψυχή μας, αλλά και η πατρίδα κατ’ επέκτασιν, πρέπει να σωθεί. Είναι μονόδρομος, υποχρέωσή μας. Και δυστυχώς, ή μάλλον καλύτερα ευτυχώς, θέλει δουλειά πολλή…
ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ
Βιολόγος και συγγραφέας




