Εκείνες τις μαύρες μέρες της τουρκικής εισβολής, με την κατάληψη του 37% του κυπριακού εδάφους, του πιο πλούσιου κι ανεπτυγμένου τότε, και την προσφυγοποίηση του 40% των Ε/Κυπρίων κατοίκων, περιήλθαμε όλοι σε κατάσταση βαριάς μελαγχολίας κι ανησυχίας για το μέλλον της χώρας. Εκεί που όλα πήγαιναν καλά κι η Κύπρος άρχισε να απογειώνεται σταθερά προς την ανάπτυξη, ήλθε αυτό το κακό, που, όχι μόνο ανέτρεπε τα πάντα, αλλά έθετε σε αμφιβολία τη δυνατότητα επιβίωσής μας σ’ αυτόν τον τόπο.

Ριχτήκαμε όμως αμέσως όλοι στη δουλειά και με προγραμματισμένες και συντονισμένες ενέργειες καταφέραμε αυτό που αργότερα αποκλήθηκε «οικονομικό θαύμα», να επιζήσουμε και να ευημερήσουμε. Μια παράμετρος από την οποία προσωπικά αντλούσα αισιοδοξία και δύναμη, ήταν το πείραμα που άρχισε να συντελείται στην Ευρώπη. Μια μικρή ομάδα μεγάλων Ευρωπαίων ηγετών (Γάλλων, Γερμανών) έθεσαν από τη δεκαετία του 1950 τις βάσεις για ευρωπαϊκή ενοποίηση σαν απάντηση στους συνεχείς πολέμους, που για πολλούς αιώνες ταλαιπωρούσαν τους λαούς της.

Εξελικτικά το πείραμα αυτό έλαβε τη μορφή της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ), με την οποία κι η Κύπρος συνήψε το 1972 Συμφωνία Τελωνειακής Ένωσης (ΤΕ), σαν ένα πρώτο βήμα για πλήρη ένταξη όταν θα ικανοποιούσε τις σχετικές απαιτήσεις. Δυστυχώς, η εισβολή του 1974, όχι μόνο ανέκοψε αυτήν την προοπτική, αλλά έθεσε σε περιπέτειες την ολοκλήρωση της ίδιας της ΤΕ, η οποία θα εσυντελείτο σε δυο πενταετή στάδια. Μετά το 1974 η ΕΟΚ συντηρούσε απλώς την ΤΕ με την Κύπρο με ετήσια αυτόνομα μέτρα.

Όμως η προοπτική για ολοκλήρωση της ΤΕ Κύπρου-ΕΟΚ (κι ένταξη στην Ε.Ε. αργότερα) ήταν εκεί και τη χρησιμοποιήσαμε στον αγώνα για να σωθεί κι ορθοποδήσει η Κύπρος. Παρακολουθούσαμε στενά το πείραμα διεύρυνσης κι εμβάθυνσης της ΕΟΚ/ΕΕ κι αγωνιούσαμε σε κάθε δυστοκία που παρουσιαζόταν (Μάαστριχτ, Λισαβόνα κλπ). Όταν αναλάβαμε τη διαπραγμάτευση προώθησης της ΤΕ το 1980, μαζί με τους συνεργάτες μου στο Γραφείο Προγραμματισμού δώσαμε ιδιαίτερη έμφαση στο έργο αυτό.

Στην Κύπρο ήταν διάχυτη η υποβάθμιση τότε της σημασίας της ευρωπαϊκής πορείας, κάτι που φάνηκε σε συναντήσεις που είχα με όλους τους πολιτικούς αρχηγούς για ενημέρωσή τους για τις εξελίξεις. Εξάλλου στις Βρυξέλλες τα πράγματα δεν ήταν καθόλου εύκολα. Θα αναφερθώ σε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Αφού καταφέραμε να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις το 1985 και μετά από σκληρές συνεδρίες τεσσάρων σχεδόν χρόνων όταν πήγαμε για μονογραφή του κειμένου που συμφωνήσαμε, διαπίστωσα ότι έλειπε ένα s (αντί markets έγραφε market) στο Παράρτημα για τις Πατάτες, που μας περιόριζε μόνο στη βρετανική αγορά.

Σε ερώτησή μου τι έγινε, η απάντηση του επικεφαλής της διαπραγματευτικής ομάδας της ΕΟΚ, Ε. Ράιν, ήταν ότι κάποια χώρα-μέλος δεν το ήθελε. Αρνήθηκα να μονογράψω και ζήτησα από τον πρέσβη μας να μάθει ποια ήταν αυτή η χώρα. Σε λίγο μάθαμε.

Ζήτησα πάλι από τον πρέσβη να δει τον αντιπρόσωπό της στο Συμβούλιο Αντιπροσώπων και να του μεταφέρει ένα μήνυμα: Η Κύπρος θεωρεί ως εχθρική την ενέργεια αυτή κι αν επιμένει, θα δούμε κι εμείς τι θα κάνουμε με την προσφορά συγκεκριμένης εταιρείας της για την προμήθεια σωλήνων για το έργο του Νότιου Αγωγού στην Κύπρο. Σε μερικές ώρες κληθήκαμε στην αίθουσα διαπραγματεύσεων, όπου ο Ράιν ξεκίνησε λέγοντας: Αριστείδου, δεν ξέρω πώς τα καταφέρατε. Το s μπήκε. Κι έτσι προχώρησε η μονογράφηση της Συμφωνίας.

Παρόμοια περιστατικά, μικρά και μεγάλα, συνέβαιναν και συμβαίνουν πάντοτε στις διεργασίες της ΕΟΚ/ΕΕ. Είναι, θα έλεγα, αναπόφευκτα και θα πρέπει να δείξει κανένας κατανόηση. Όμως αυτά που συνέβησαν τελευταία στους κόλπους της Ε.Ε., μου θύμισαν λίγο τον μύθο του Πύργου της Βαβέλ, που, αν συνεχίσουν, πολύ φοβούμαι θα έχει κι αυτή το άδοξο τέλος του. Από τη μια μεριά διεφάνη η έλλειψη μιας ενιαίας, ολοκληρωμένης ευρωπαϊκής αναπτυξιακής πολιτικής κι αντιμετώπισης κρίσεων κι από την άλλη η μικροκομματική βάση αντίκρισης καίριων θεμάτων.

Με παράδειγμα την πρόσφατη περιπέτεια της Ελλάδας ήρθαν στην επιφάνεια τα προβλήματα αυτά. Η Ελλάδα, όπως κι άλλες χώρες της Ε.Ε., παρουσίασε δημοσιονομικά και χρηματοπιστωτικά προβλήματα μετά τη διεθνή κρίση του 2008 αλλά και λόγω των αδυναμιών λειτουργίας της Ε.Ε. και ιδιαίτερα της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης (ευρώ). Πολύ ορθά η Ε.Ε. έτρεξε στις περιπτώσεις αυτές να βοηθήσει, έστω κι αν τα προγράμματα που εφάρμοσε με τα περίφημα Μνημόνια απεδείχθησαν αναποτελεσματικά.

Κι αντί έγκαιρα να προβεί στην αναθεώρησή τους με πιο πρόσφορα μέτρα, επέμενε να ακολουθεί την πεπατημένη. Η επιθεώρηση που γίνεται από την Τρόικα αποτελεί μιαν αστυνομική επόπτευση κι όχι μια δημιουργική εξέταση των καταστάσεων. Η χειρότερη όμως εξέλιξη είναι αυτό που έγινε καθαρό στην πρόσφατη σύνοδο της Ευρωπαϊκής Βουλής. Από καιρό τώρα υπέβοσκε η εντύπωση ότι το πρόβλημα της Ελλάδας ήταν η αριστερή Κυβέρνησή της.

Τούτο όμως έγινε πλήρως καθαρό από τη στάση ορισμένων κομματικών εκπροσώπων, αλλά ιδιαίτερα από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος. Αντί η συζήτηση να περιστραφεί στο πώς η Ε.Ε. θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τα προβλήματά της, η όλη ομιλία του επικεφαλής της Ομάδας ήταν ένας οχετός ύβρεων εναντίον μιας δημοκρατικά εκλελεγμένης Κυβέρνησης. Νομίζω η Ε.Ε. άρχισε να μιλά μεταξύ της με άλλες γλώσσες κι όχι με κοινή ευρωπαϊκή. Πώς μπορούν να συνεννοηθούν;

ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός,
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com.cy