Οι παλαιότεροι θυμούνται και αναπολούν, και οι σημερινοί νεαροί οφείλουν να πληροφορούνται και να μαθαίνουν το πώς ζούσαν και πώς ήσαν αρκετά δραστηριοποιημένα τα τότε παιδιά και έφηβοι. Δεν θα ήθελα να αναφερθώ στα παιδιά των 10-12 ετών και ακολούθως των εφήβων των χωριών κυρίως, όπου ήσαν σημαντικοί βοηθοί στους γονείς τους, συμβάλλοντας αρκετά στα οικονομικά της οικογένειας, αλλά και της οικονομίας του τόπου γενικά, δουλεύοντας σχεδόν καθημερινά στις αγροτικές τους εργασίες, αλλά θα ήθελα να αναφερθώ στους εποχικούς νεαρούς μαθητές, που εργάζονταν τα καλοκαίρια με την παύση των σχολείων τους.

Τότε, όπου δεν υπήρχαν αυτοί οι νόμοι «προστασίας» των παιδιών και των εφήβων, οι περισσότεροι, μάλλον όλοι οι μαθητές, μόλις έκλειναν τα σχολεία (παύση) για τις διακοπές του καλοκαιριού, πήγαιναν αμέσως, χωρίς να χάσουν μία μέρα, στις διάφορες βοηθητικές δουλειές για να βγάλουν κάποια χρήματα. Οι δουλειές ήσαν στις οικοδομές, στο μάζεμα και στη συσκευασία σταφυλιών από τα αγροκτήματα του Φασουρίου, του Λανίτη κ.λπ., σε διάφορες εργασίες στις οινοβιομηχανίες της Λεμεσού, σε διάφορα άλλα εργαστήρια κ.λπ. Οι μαθητές, αγόρια και κορίτσια, πήγαιναν από τη Λεμεσό στα αγροκτήματα της περιοχής Φασουρίου με τα ποδήλατά τους και ήταν η χαρά όλων να τους βλέπουμε να επιστρέφουν ομαδικά τ’ απογεύματα, γεμίζοντας όλο το πλάτος του δρόμου Φραγκλίνου Ρούσβελτ με νιάτα που τραγουδούσαν κιόλας.

Πάντως, δούλευαν οι μαθητές τα καλοκαίρια όχι για να καλύψουν τα ηλίθια σημερινά τους έξοδα, όπως αγορά ακριβών ενδυμάτων και παπουτσιών, για να αγοράσουν μοτόρες, για να σχεδιάσουν τατουάζ και να αγοράσουν σκουλαρίκια κ.λπ, αλλά για να εξασφαλίσουν τα αναγκαία χρήματα για να πληρώσουν τα ονομαζόμενα «εισιτήρια» (αναγκαία πληρωμή του σχολείου) της επόμενης χρονιάς στα σχολεία τους, για τα βιβλία και τη στολή τους κ.λπ. Ακόμη, αρκετές φορές για να βοηθήσουν τα οικονομικά των οικογενειών τους. Βέβαια, αρκετοί από τους συνομηλίκους μου που εργάζονταν τότε από παιδιά, άλλοι παράλυσαν, άλλοι κουτσάθηκαν, άλλοι στράβωσε η σπονδυλική τους στήλη, άλλοι τρελάθηκαν, έχοντας απ’ αυτούς σήμερα ένα σωρό αναπήρους. Όμως τίποτε απ’ όλα αυτά, αγαπητοί μου, δεν συνέβη, αλλ’ αντιθέτως όλοι αυτοί, άλλοι έγιναν έντιμοι και σωστοί επιστήμονες, τεχνίτες, εργάτες, κ.λπ.

Εγώ, πέραν του ότι ολόχρονα βοηθούσα τους γονείς μου στα χωράφια, στις διακοπές των καλοκαιριών, από την ηλικία των δώδεκα χρονών δούλευα εργάτης στο εργοστάσιο συμπύκνωσης χυμού σταφυλιών (γλεύκος) της εταιρείας Α.Π. Κουδουνάρης στα Τσιφλικούδια, στη γνωστή στους παλιούς Πετράτζιαινα. Αυτό το εργοστάσιο βρισκόταν στη ανατολική πλευρά του Νέου Λιμανιού. Σήμερα δυστυχώς δεν υπάρχει ούτε ίχνος. Κυρίως μπογιάτιζα την εξωτερική πλευρά των πάτων των μεταλλικών βαρελιών που βρίσκονταν σε στοίβες και προετοιμάζονταν να γεμίσουν με συμπυκνωμένο χυμό σταφυλιών για εξαγωγή. Κι αυτή η δουλειά γινόταν μέσα στον καυτό ήλιο του καλοκαιριού (χωρίς βέβαια κλιματιστικό).

Τι να πω για τις σημερινές γενιές των παιδιών των εφήβων, αλλά και των μεγαλυτέρων, που δεν γνωρίζουν τι πάει να πει δουλειά και πώς βγαίνουν τα χρήματα. Πώς τους καταντήσαμε να γίνονται έτσι φυγόπονοι, τεμπέληδες, ζώντας οι περισσότεροι εις βάρος της οικογένειάς τους, που κι αυτές φταίνε αρκετά. Εκεί που θα έπρεπε να μαθαίνουν, αν μη τι άλλο, πώς εργάζονται και από την εργασία τους να βοηθούνται οι ίδιοι, οι οικογένειές τους κι ακόμη η γενική οικονομία, δυστυχώς μ’ αυτές τις υπερπροστατευτικές νομοθεσίες που προωθήθηκαν και εφαρμόστηκαν για την προστασία της υγείας, υποτίθεται, των παιδιών και των εφήβων, κατορθώθηκε να πετύχουμε μια σημαντική μερίδα της κοινωνίας των νεαρών μας να είναι ανώριμοι, απροβλημάτιστοι, άπειροι, φυγόπονοι, και εν πολλοίς τεμπέληδες.

ΑΔΑΜΟΣ ΚΟΜΠΟΣ