Αποτελεί γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος υπήρξε ένας καθ΄ όλα χαρισματικός ηγέτης, μια σπάνια φυσιογνωμία, που άφησε ανεξίτηλα χαραγμένη τη σφραγίδα του σε ολάκερο το ιδεολογικοπολιτικό γίγνεσθαι της περιόδου 1950-1977, όταν και απεβίωσε. Χάρις στην προσωπική του γοητεία είχε την εν πολλοίς σπάνια ικανότητα να συνεπαίρνει αλλά και να προσηλυτίζει τα πλήθη με το μέρος του. Κύριο χαρακτηριστικό του γνώρισμα ήταν η λεγόμενη κρημνοβασία, δηλαδή είχε το χάρισμα -αν θέλετε- να τεντώνει το σχοινί όσο δεν πήγαινε άλλο.

Εκεί σταματούσε. Κοντά σε αυτά όμως πρέπει να προστεθεί ότι διεπνέετο από μια ακόρεστη αρχομανία και εν πολλοίς υπήρξε αθεράπευτα φιλόδοξος, κάτι που στη συνέχεια είχε αρνητικό αντίκτυπο στον ίδιο αλλά, πολύ περισσότερο, στην ιδιαίτερή του πατρίδα, την Κύπρο. Μερικοί, μάλιστα, ανήκοντες στο φανατικά αντιμακαριακό στρατόπεδο τού καταλογίζουν τεράστιες ευθύνες τόσο για τον βίο και την πολιτεία του όσο και για το Κυπριακό - με άλλα λόγια, ότι κυβερνούσε διά πυρός και σιδήρου, φθάνοντας εν μέρει δικαιολογημένα στο σημείο να του επιρρίπτουν ευθύνες για την καταστροφή του Ιουλίου του 1974.

Κύρια χαρακτηριστικά του επιτεύγματα - λάθη
1ον Κακώς τον Φεβρουάριο του 1956, μεσούντος του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α., απέρριψε τις προτάσεις του Στρατάρχη Χάρτιγκ, που προέβλεπαν περιορισμένης μορφής αυτοκυβέρνηση και μετά παρέλευση ενός εύλογου χρονικού διαστήματος (π.χ. δέκα χρόνια) αυτοδιάθεση. Αυτό θα οδηγούσε κατ΄ ουσίαν και με μαθηματική ακρίβεια στην πραγμάτωση του προαιώνιου πόθου των Ελλήνων Κυπρίων, την Ένωση δηλαδή με την Ελλάδα.

2ον Πολύ ορθά και σοφά έπραξε τον Φεβρουάριο του 1959 στη Ζυρίχη αλλά πολύ περισσότερο στο Λονδίνο, να συναινέσει δηλαδή στην πιστή εφαρμογή των συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου, ως επικράτησαν να λέγονται, όπου απέβλεπε σ΄ έναν υποφερτό -έστω- συμβιβασμό ή καλύτερα σε έναν προσωρινό σταθμό, όπου μετά παρέλευσης ενός μακροπρόθεσμου χρονικού διαστήματος με λεπτούς και επιδέξιους χειρισμούς θα οδηγούσε με αργά, πλην σταθερά βήματα, στην ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα.

3ον Πολύ καλώς απέρριψε το καλοκαίρι του 1964 το (α) και το (β) σχέδιο Άτσεσον, που στην πραγματικότητα ισοδυναμούσε με διχοτόμηση ή, έστω στην καλύτερη περίπτωση, με διπλή ένωση, κάτι που άλλωστε, ως ήτο φυσιολογικό, απέρριψε και η ίδια η Ελλάδα. Κακώς όμως (κάτι που λίγοι το γνωρίζουν) απέρριψε το (γ) σχέδιο Άτσεσον, και πρέπει να ειπωθεί ότι το εδέχθη η τότε ελληνική κυβέρνηση του Γεώργιου Παπανδρέου, που προνοούσε την άμεση ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα με ένα και μοναδικό αντάλλαγμα, δηλαδή την παραχώρηση μιας Βάσεως στην Τουρκία, της τάξεως του 5% του συνόλου της κυπριακής επικράτειας. Συγκεκριμένα η Βάση αυτή θα συμπεριελάμβανε ολόκληρο το μέρος της Χερσονήσου της Καρπασίας μόνο για διάρκεια πενήντα χρόνων.

4ον Γυρνώντας το ρολόι του χρόνου λίγο πιο πίσω, και συγκεκριμένα το 1959, ενώ πολύ ορθά εδέχθη τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου σαν τακτική που επέβαλλε η ίδια η κατάσταση, ως έχει πρωτύτερα ειπωθεί, κακώς όμως δεν εισάκουσε τις πολύ σοφές υποδείξεις της τότε ελληνικής κυβερνήσεως για ένταξη της Κύπρου στη σφαίρα επιρροής του Ν.Α.Τ.Ο. Αντ' αυτού ο Μακάριος «προτίμησε» την εισδοχή της Κύπρου στο υποτιθέμενα ουδέτερο Κίνημα των αδεσμεύτων, κάτι που -ως ήτο φυσιολογικό- προκάλεσε τόσο τη «σιωπηρή» αντίδραση των ηγετών της λεγόμενης Δύσεως όσο και την οργίλη αντίδραση του τότε Πρωθυπουργού της Ελλάδος Κωνσταντίνου Καραμανλή, κάτι που στην πορεία του χρόνου είχε οδυνηρές συνέπειες γι΄ αυτήν την ιδιαίτερή του πατρίδα, την Κύπρο μας.

5ον Αποτελεί γεγονός αναντίλεκτο ότι όσο διήρκησε η διακυβέρνηση Μακαρίου (1959-1977) η Κύπρος σε μερικά χρόνια από υπανάπτυκτη χώρα που ήταν, μετετράπη σ΄ ένα δεύτερο Παρίσι, κάτι που οφείλουμε να παραδεχθούμε και «εχθροί» και «φίλοι». Σε όλο αυτό το διάστημα ο Πρόεδρος Μακάριος ηργάσθη μετά ζήλου και προσέφερε πολλές πολύτιμες υπηρεσίες, π.χ. ηλεκτρισμό, τηλέφωνο, τηλεόραση και ελαφρά βιομηχανία.

6ον Ενώ, λοιπόν, ο Μακάριος υπήρξε άριστος τεχνοκράτης απεδείχθη ταυτόχρονα, προϊόντος του παράγοντα χρόνου, κακός πολιτικός. Και για να αποδείξω του λόγου το ασφαλές εξηγούμαι:

1. Παρά τις περί του αντιθέτου σοφές υποδείξεις του Εθνικού Κέντρου αλλά και αυτού ακόμη του Προέδρου των ΗΠΑ Τζον Κένεντι, εν έτι 1963 προέβη εντελώς αυθαίρετα, αψυχολόγητα και επιπόλαια στην τροποποίηση του ζυριχικού συντάγματος, με την υποβολή των γνωστών σε όλους μας 13 σημείων! Το αποτέλεσμα, λοιπόν, αυτής της ενέργειας ήταν να προκαλέσει την οργή των Τούρκων της Κύπρου, με την αποχώρηση από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας όλων των Τουρκοκύπριων υπουργών, δημόσιων υπαλλήλων, καθώς και των αντιστοίχων μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων. Οι συνέπειες, λοιπόν, που ακολούθησαν τα επόμενα δέκα χρόνια ήταν όντως πολύ οδυνηρές.

2. Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, οφείλουμε να παραδεχθούμε, ήταν απαραίτητος στο πηδάλιο της νεαράς τότε Κυπριακής Δημοκρατίας. Θα διευκρίνιζα, επίσης, ότι υπήρξε η διακυβέρνηση Μακαρίου το μεταβατικό στάδιο από την ηγεσία της εθνάρχουσας Εκκλησίας (που διαιωνίζετο από τα βυζαντινά χρόνια ίσαμε το 1959) σε αμιγώς λαϊκή διακυβέρνηση. Το αρχιερατικό κομμάτι, αν θέλετε, στην ηγεσία των Ελλήνων της Κύπρου όφειλε όμως να αποκοπεί από τον ομφάλιο λώρο γύρω στα τέλη της δεκαετίας του εξήντα. Αντ' αυτού καθυστέρησε μια δεκαετία, κατά τη διάρκεια της οποίας επικρατούσε μια φαυλοκρατία και ένας βαθύς και απαίσιος διχασμός. Έτσι, σαν ντόμινο, οδηγηθήκαμε στο πραξικόπημα, την εισβολή και τη συνεχιζόμενη κατοχή του 37% της κυπριακής επικράτειας.

3. Γύρω στα μέσα του 1972 οι ενδοκυπριακές συνομιλίες, σύμφωνα με τον Γλαύκο Κληρίδη, είχαν σημειώσει τεράστια πρόοδο, σε σημείο που μια κατ' αρχήν συμφωνία είχε επιτευχθεί. Αυτό που είχε στην ουσία απομείνει ήταν η συγκατάθεση, η συνδρομή -αν προτιμάτε- του Προέδρου Μακαρίου. Για να γίνω πιο σαφής και κατανοητός, οι Τουρκοκύπριοι είχαν αποδεχθεί πλήρως τα 13 σημεία που επέλεξε ο ίδιος ο Μακάριος προς τροποποίηση του Συντάγματος το 1963 (!), η συμμετοχή τους δε στη δημόσια υπηρεσία, την αστυνομία και τον στρατό θα περιορίζετο αναλόγως με το ποσοστό του πληθυσμού τους (γύρω στο 18%). Επιπλέον, είχαν αποσυρθεί από την απαίτησή τους (σύμφωνα πάντα με τον Γλαύκο Κληρίδη) για ομαδοποίηση των χωριών, προκειμένου να σχηματισθούν χωριστές περιοχές τοπικής Αυτοδιοίκησης τόσο για τους Ελληνοκύπριους όσο και για τους Τουρκοκύπριους. Θα αποτελούσε μέγιστη παράλειψη εκ μέρους του αρθρογράφου να μην ειπωθεί το γεγονός ότι οι Τουρκοκύπριοι είχαν εγκαταλείψει την αξίωσή τους για την άσκηση βέτο εκ μέρους του Τουρκοκύπριου αντιπρόεδρου τόσο στην νομοθετική όσο και στην εκτελεστική εξουσία, πάντοτε εν έτι 1972. Έμενε απλώς και μόνο να δοθεί το πράσινο φως από τον ίδιο τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Κάτι που δυστυχώς δεν έγινε ποτέ. Έτσι, λοιπόν, ο κύβος ερρίφθη και ακολούθησε το χειρότερο, που δεν ήταν άλλο από το προδοτικό πραξικόπημα και τη βάρβαρη τουρκική εισβολή. Από τα τρία αυτά σημεία (1, 2 και 3) εύκολα συμπεραίνει κανείς πόσο κακός πολιτικός υπήρξε ο Μακάριος.

Διά να μην είμαι όμως κάθετα επικριτικός και άδικος απέναντι στον Πρόεδρο και Αρχιεπίσκοπο Μακάριο θα του απέδιδα τα κάτωθι ελαφρυντικά:

1ον Τη στάση της αποκαλούμενης ενωτικής παράταξης, υπό την καθοδήγηση πάντοτε του Στρατηγού Γρίβα και των τριών «αντιπολιτευόμενων» Επισκόπων Κερύνειας Κυπριανό, Κιτίου Άνθιμο και Πάφου Γεννάδιο, οι οποίοι από την επόμενη κιόλας μέρα από την κήρυξη των συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου επέκριναν αδιάκοπα και εντελώς άδικα τον Αρχιεπίσκοπο, ότι υπέσκαπτε δήθεν τον προαιώνιο πόθο, δηλαδή την Ένωση με τη μητέρα Ελλάδα, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενοχών και αμφιταλαντεύσεων στον ψυχισμό του ίδιου του Αρχιεπισκόπου και,

2ον Το γεγονός ότι σκεπτόταν και δρούσε περισσότερο ως ιεράρχης παρά ως πολιτικός. Άρα, λοιπόν, ουδείς τέλειος. Εξάλλου, ας μην ξεχνάμε τη σοφή χριστιανική ρήση που εξυπακούεται στο «Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω».

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΩΚΑΣ