Ο Εθνάρχης Μακάριος υπήρξε η κορυφαία ηγετική φυσιογνωμία της Κύπρου. Ηγέτης που ενέπνεε τον λαό και τον καθοδηγούσε στους αγώνες για ελευθερία και στη συνέχεια στην αντίσταση εναντίον των ξένων δυνάμεων, που ήθελαν και θέλουν ακόμα να επιβάλουν στην Κύπρο λύση, η οποία να εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Τουρκίας και τους δικούς τους στρατηγικούς στόχους. Αυτόν τον μεγάλο ηγέτη πολλοί σήμερα προσπαθούν, δήθεν, να τον απομυθοποιήσουν, αλλά απλώς στοχεύουν να τον περικλείσουν στα δικά τους μέτρα, να τον κατηγορήσουν ως αυταρχικό και πολλοί ως δικτάτορα, για να μειώσουν τη δική του εποχή και τους αγώνες του, να του φορτώσουν τα δικά τους λάθη και τις ενοχές τους. Πολλοί πιπιλούν τη γνωστή καραμέλα για τα λάθη του Μακαρίου.

Ναι, ο Μακάριος έκαμε λάθη, όπως κάθε άνθρωπος που ενεργεί μέσα σε δύσκολες συνθήκες, βαλλόμενος από ξένους και ντόπιους. Αλλά κανένα από τα λάθη του Μακαρίου δεν έφερε καταστροφή στην Κύπρο.

Ωστόσο οι γνωστοί ερευνητές των λαθών του Μακαρίου προσπαθούν, ματαίως, να μας πουν ότι για τις καταστροφές που έφερε στην Κύπρο η Χούντα, η ΕΟΚΑ Β’ και κάθε αντιμακαριακό καπετανάτο, φταίει ο Μακάριος. Μόνο έτσι πιστεύουν ότι αποσείουν την ευθύνη από τους πραγματικούς ενόχους για τα εγκλήματά τους.

Όταν μιλούν για τα χρόνια του Μακαρίου, τα περιγράφουν ως παρωχημένες εποχές και τονίζουν ότι στις δεκαετίες Μακαρίου ανθούσε το ρουσφέτι, ο αυταρχισμός, η δίωξη της αντίθετης άποψης και οι αντιδημοκρατικές διαδικασίες. Και εξαρχής θέτω ένα ερώτημα και το απαντώ. «Υπήρχε επί Μακαρίου έλλειμμα Δημοκρατίας;». Απαντώ. Ναι υπήρχε, αν κρίνουμε με τα σημερινά δεδομένα. Όμως αυτό ήταν πολύ μικρότερο από το έλλειμμα της Δημοκρατίας, που υπάρχει στις σημερινές κομματικές διαδικασίες, όπου το ρουσφέτι έχει καταντήσει ο λόγος ύπαρξης των κομμάτων, η αξιοκρατία έχει πολτοποιηθεί από την επικράτηση των κομματικών κολαούζων και μάλιστα με ποσοστώσεις. O αυταρχισμός, που δήθεν χαρακτήριζε τον Μακάριο, ωχριά μπροστά στον αυταρχισμό των ηγετών των σημερινών κομμάτων, που χρησιμοποιούν και κομματικούς οδοστρωτήρες.

Κατηγορούν τους υπουργούς του Μακαρίου, ότι αποτελούσαν παιδική χορωδία. Όμως επί Μακαρίου οι υπουργοί του και οι συνεργάτες του και διαφωνούσαν μαζί του και συζητούσαν, και πολλές φορές διαφοροποιούσαν τη θέση του, όταν τον έπειθαν. Φανταστείτε σήμερα ένα συνεργάτη του προέδρου να διαφωνήσει μαζί του και να εκφράσει αντίθετη άποψη. Δεν χρειάζεται φαντασία, απλώς σκεφτείτε, πού έχουν καταλήξει όσοι έστω και μια φορά εξέφρασαν διαφωνία. Και σημειώστε ότι Τάσσος και Λυσσαρίδης, δύο από τους πιστότερους συνεργάτες του, πολλές φορές διαφώνησαν μαζί του για σημαντικά θέματα. Αυτά για την Ιστορία.

Η Δημοκρατία δεν ήταν ιδεώδης στα χρόνια του Μακαρίου. Ούτε μπορούσε να ήταν. Η Κύπρος ήταν ένα νεοσύστατο κράτος, Οι ιδρυτές του, δηλαδή οι αγωνιστές της ΕΟΚΑ, που ήταν παντοδύναμοι και δημοφιλείς, στελέχωσαν τα περισσότερα καίρια πόστα στη δημόσια διοίκηση. Και ναι, δεν λειτουργούσαν πάντα με τα σύγχρονα ευρωπαϊκά και δημοκρατικά πρότυπα. Όσοι βρίσκονταν με το μέρος της εξουσίας ήταν ισχυροί και επωφελούνταν τους «καρπούς» της. Οι υπόλοιποι έγιναν ανίσχυροι, πολλοί κατέληξαν στην αφάνεια και κάποιοι προσχώρησαν στην παράνομη και τρομοκρατική δράση κατά της νόμιμης κυβέρνησης. Και για όλα αυτά... φταίει ο Μακάριος.

Σήμερα τι γίνεται όμως; Για τους διορισμούς και τις προαγωγές υπάρχουν θεσμοθετημένοι κανονισμοί και μετρήσιμα κριτήρια. Και, όμως, όλοι παραδέχονται ότι το ρουσφέτι έχει γίνει επιστήμη. Τότε δεν υπήρχαν ούτε κανονισμοί ούτε κριτήρια, αλλά το σημαντικότερο προσόν ήταν η συμμετοχή στον αγώνα της ΕΟΚΑ, κριτήριο εν πολλοίς δίκαιο, επειδή οι αγωνιστές είχαν δώσει τα πάντα στον απελευθερωτικό αγώνα. Σήμερα, σημαντικότερο προσόν είναι η κομματική ταυτότητα. Η πελατειακή σχέση είναι η μόνη σχέση κόμματος και οπαδών. Οι αρχές και η αξιοκρατία πήγαν περίπατο. Η διαπλοκή έχει καταντήσει επιστήμη συλλογής ψήφων.

Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες και το πολιτικό περιβάλλον ενεργούσε ο Μακάριος, που ήταν ο πολιτικός αρχηγός του απελευθερωτικού αγώνα, που ήταν πανίσχυρος λόγω της απεριόριστης εμπιστοσύνης και υποστήριξης του λαού και της καθολικής συμπαράταξης των πολιτικών δυνάμεων και των πολιτικών προσωπικοτήτων. Οι μόνες προσωπικότητες που διαφωνούσαν ήταν αυτές που απεργάζονταν την πολιτική και φυσική εξόντωσή του, θεωρώντας ότι μόνο έτσι μπορούσαν να τον αντιμετωπίσουν.

Πολλοί τον κατηγορούν ως δικτάτορα, επειδή συγκέντρωνε μεγάλο ποσοστό στις προεδρικές εκλογές. Πάνω από 90%. Ξεχνούν όμως ότι εναντίον του ήταν μόνο ένα μικρό κόμμα. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, με πόσα τοις εκατόν θα εκλεγεί ακόμα και σήμερα ένας πρόεδρος, αν είναι κοινός υποψήφιος των κομμάτων ΔΗΣΥ, ΑΚΕΛ, ΔΗΚΟ, ΕΔΕΚ, ΕΥΡΩΚΟ και Οικολόγων και έχει εναντίον του για παράδειγμα μόνο το ΕΛΑΜ.

Η υποστήριξη και η εμπιστοσύνη που ο κυπριακός λαός έτρεφε προς τον Μακάριο φαίνεται να μοιάζει με μύθο. Ήταν όμως πραγματική και καθημερινή. Τη διαπίστωση μπορούν να την κάνουμε όσοι ζήσαμε την «παρωχημένη εκείνη εποχή». Αλλά και η υποτυπώδης τότε τηλεοπτική εικόνα βεβαιώνει του λόγου το ασφαλές, αφού έχει απαθανατίσει τη λαοθάλασσα κάτω από την Αρχιεπισκοπή, κάθε φορά που ο λαός έδειχνε την εμπιστοσύνη του προς τον Μακάριο.

Και πολύ περισσότερο η τηλεόραση έχει απαθανατίσει τις εκδηλώσεις του λαού την εβδομάδα που ακολούθησε τον αναπάντεχο θάνατό του. Οι εκδηλώσεις πένθους και αγάπης ήταν πράγματι επικές και μυθικές. Ήταν όμως πραγματικές, όπως πραγματική ήταν η αγάπη και η αφοσίωση του Ελληνισμού στο πρόσωπο του Εθνάρχη Μακαρίου. Για τούτο και οι εχθροί του και οι κακεντρεχείς επικριτές του προσπαθούν να την παρουσιάσουν ως μύθο των οπαδών του, για να μπορούν να τον απομυθοποιήσουν.

Ο λαός είχε απέραντη εμπιστοσύνη στον Μακάριο, γιατί ήταν βέβαιος ότι ο Μακάριος πάντα υπερασπιζόταν «το δίκαιο, την αξιοπρέπεια και την Ιστορία μας». Μακάρι και σήμερα να νιώθαμε τη σιγουριά που νιώθαμε την εποχή του Μακαρίου. Μακάρι και οι σημερινοί ηγέτες μας να ενεργούσαν όπως και ο Μακάριος. Θα είμαστε ήσυχοι ότι το μέλλον του Ελληνισμού στην Κύπρο δεν θα κινδύνευε. Γιατί ο Μακάριος ήταν ένας ανυπότακτος αγωνιστής, ένας πραγματικός ρεαλιστής, όταν οι σημερινοί «ρεαλιστές» κατήγοροί του ουρανοβατούσαν κατηγορώντας τον, ότι εγκατέλειψε το ευκταίο. Σήμερα. Πού μας οδηγούν;