Η είδηση ότι κατά την πρόσφατη συνάντηση μεταξύ των ηγετών των ελληνοκυπριακών και των τουρκοκυπριακών κομμάτων τέθηκε από τους Τουρκοκύπριους ηγέτες θέμα κυριαρχίας στο πλαίσιο της φημολογούμενης και κυοφορούμενης ομοσπονδιακής λύσης δεν προκάλεσε καμιά ιδιαίτερη έκπληξη. Η τακτική των Τουρκοκυπρίων, της υπαναχώρησης, της σκλήρυνσης της στάσης τους, αλλά και της επιβολής σκληρών και απαράδεκτων όρων δεν είναι νέα ούτε και πρωτόγνωρη, αλλά απεναντίας αποτελεί μέρος της πάγιας πολιτικής που εφαρμόζουν και επιβάλλουν με υπομονή, επιμονή και μεθοδικότητα.
Επίσης δεν προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση η χαρακτηριζόμενη από μερίδα του ελληνοκυπριακού Τύπου «μεγάλη στροφή της τουρκοκυπριακής αντιπολίτευσης και ιδιαίτερα του ηγέτη του Τουρκοκυπριακού Ρεπουπλικανικού Κόμματος Οζκιέρ Οζκιούρ από τις θέσεις που μέχρι τώρα υποστήριζε, σε σχέση με την ομοσπονδιακή λύση και τις δομές των ρυθμίσεων, όπως και για θέματα που αφορούν την «εξωτερική πτυχή του Κυπριακού».
Ουδέποτε -πιστεύω- η στάση της τουρκοκυπριακής αντιπολίτευσης απείχε ουσιωδώς από τις θέσεις και τις επιδιώξεις του κ. Ντενκτάς, με τον οποίο διαφωνούσαν σε θέματα εντελώς δευτερευούσης σημασίας.
Θα υπενθυμίσω μόνο πως όταν τον Μάρτιο του 1991 ο αρχηγός του Κοινοτικού Απελευθερωτικού Κόμματος Μουσταφά Ακιντζί εκτελούσε επίσημη επίσκεψη στις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου σαν προσκεκλημένος του ΑΔΗΣΟΚ έκαμε δηλώσεις, κατά τις οποίες ισχυρίστηκε ότι:
(α) Είναι αδύνατη η επιστροφή όλων των προσφύγων με την εγκαθίδρυση διπεριφερειακής ομοσπονδίας.
(β) Είναι υπέρ της παραμονής των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής και μετά την επίτευξη λύσης στο Κυπριακό.
(γ) Είναι λανθασμένοι οι εξοπλισμοί της Εθνικής Φρουράς.
(δ) Οι έποικοι που έχουν αποκατασταθεί οικογενειακά στα κατεχόμενα θα πρέπει να παραμείνουν και μετά τη λύση του προβλήματος.
(ε) Το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης θα πρέπει να ασκηθεί και από τις δύο κοινότητες μέσα από τη διπεριφερειακή ομοσπονδία, και
(στ) Πρέπει να κατοχυρωθεί το δικαίωμα της δημιουργίας κράτους, το οποίο οι Τουρκοκύπριοι στερήθηκαν από το 1950.
Εκείνο όμως που προκάλεσε όχι μόνο έκπληξη αλλά και οργή είναι η αποδοχή εκ μέρους μερίδας της πολιτικής μας ηγεσίας, της σκόπιμης και καλά μελετημένης πρότασης των Τουρκοκυπρίων «συνομιλητών» τους, όπως καταλήξουν στην Κερύνεια για το γεύμα που θα αποτελούσε το επιστέγασμα της συνάντησής τους.
Έτσι, λοιπόν, παρά την ύπαρξη σοβαρών διαφωνιών και εντόνων συζητήσεων κατά τη διάρκεια των συνομιλιών, τέσσερεις από τους έξι πολιτικούς μας ηγέτες όχι μόνο δέχτηκαν να παρακαθίσουν σε γεύμα σε εστιατόριο που βρίσκεται σε σημείο όπου εξελίχθηκε η πρώτη φάση της τουρκικής εισβολής, και κάτω από τη σκιά του μνημείου που οι κατακτητές έστησαν για να θυμίζει το «επίτευγμά» τους, αλλά δεν είχαν ούτε τη στοιχειώδη ευαισθησία να αντιδράσουν και να αποχωρήσουν ή να απολογηθούν τουλάχιστο στον λαό.
Άραγε δεν διανοήθηκαν σε τι χρησίμευε η παράθεση του γεύματος στο κλεμμένο εστιατόριο Ελληνοκύπριου ξεριζωμένου στο γνωστό σε όλους «Πέντε Μίλι» και κάτω από τη σκιά των αγαλμάτων των Μεχμετζίκ; Και γιατί το γεύμα δεν παρατέθηκε στο ξενοδοχείο «Λήδρα Πάλας»;
Κανείς δεν αμφισβητεί τη χρησιμότητα της επαναπροσέγγισης -έστω και αν αυτή αποτελεί αμφίστομη μάχαιρα- ούτε και την ανάγκη της ύπαρξης διαλόγου, με σκοπό να γεφυρωθούν οι διαφορές και να εξευρεθούν τα κοινά σημεία που θα επανενώσουν τις δύο κοινότητες της Κύπρου.
Πρέπει όμως να πούμε πως υπάρχουν πάντα όρια στην καλή θέληση, πέρα από τα οποία η εθνική αξιοπρέπεια εξευτελίζεται και το μόνο αντίτιμο που εισπράττουμε είναι η πρόκληση, η περιφρόνηση και η ταπείνωση.
Και η καλοστημένη με μαεστρία «δεξίωση» στο «Πέντε Μίλι» κάτω από το Μνημείο της εισβολής δεν αποσκοπούσε σε κανένα άλλο στόχο, παρά στον εξευτελισμό και την ταπείνωσή μας, την οποία δεχτήκαμε αδιαμαρτύρητα και αγόγγυστα μέσω των 4/6 των πολιτικών αρχηγών μας!
Αν οι κομματάρxες που έλαβαν μέρος στο γεύμα εκείνο είναι ευχαριστημένοι ή ικανοποιημένοι ας μας το πουν ξεκάθαρα. Αν πάλι διαφωνούν ή αισθάνονται απατημένοι ας απολογηθούν.
Αν η επιλογή του εστιατορίου ήταν τυχαία, όπως πίστευε ο κ. Ρολάνδης και δημιούργησε -παρά ταύτα- ένα κλίμα δυσφορίας και αμηχανίας που κατάλαβαν και οι Τουρκοκύπριοι ηγέτες, τότε τίθεται το αμείλικτο ερώτημα, γιατί τη στιγμή εκείνη δεν απεχώρησαν, όχι για να τινάξουν στον αέρα τη συνάντηση και τις «επαφές», αλλά για να περισώσουν την αξιοπρέπειά τους τόσο τόσο ως πολιτικές προσωπικότητες όσο και ως εκπρόσωποι των Ελληνοκυπρίων.
Απεναντίας, 4 κομματάρχες απόλαυσαν το γεύμα τους και, σαν να μην έφθανε αυτό, συνέχισαν την περιήγησή τους στο λιμανάκι της Κερύνειας, για να καταλήξουν σε ξενοδοχείο που οι Τούρκοι κατακτητές σφετερίστηκαν με την εισβολή και να συνεχίσουν τις άσκοπες και γελοίες αβρότητές τους.
Πιστεύω πως άλλο είναι ο συμβιβασμός και άλλο ο εξευτελισμός.
Άλλο η πολιτική και άλλο η ταπείνωση.
Άλλο η αβρότητα και άλλο η γελοιοποίηση.
Άλλο η ευγένεια και άλλο η εξαθλίωση.
Αν οι πολιτικοί μας ηγέτες δεν μπορούν να πολιτευθούν σωστά και να φέρουν σε αίσιο πέρας τοn δύσκολο αγώνα μας, τουλάχιστον ας μην ταπεινώνονται οι ίδιοι και να οδηγούν τον λαό μας στην ντροπή και την απελπισία (8/2/1992).
ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΟΡΦΙΤΗΣ
Τα ακίνητα της εβδομάδας




