Ουσιαστικά επιλέγηκε μια λύση με επιπλοκές, αντί του διαχωρισμού κατά τις πρόνοιες του Συντάγματος, του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στα δυο δικαστήρια που το Σύνταγμα προβλέπει

Ήδη δημοσιεύθηκε από 21.7.15 στην Επίσημη Εφημερίδα η όγδοη τροποποίηση του Συντάγματος, η οποία και αποτελεί πλέον πραγματικό και νομικό δεδομένο στην πολιτική ιστορία του τόπου. Δεν είναι τυχαία που αναφέρω πολιτική ιστορία και όχι δικαστικά δεδομένα, γιατί την ξεχωριστή (τρίτη) δικαστική εξουσία την έχει «σημαδέψει» η έκτακτη κατάσταση του κυπριακού προβλήματος, αφού από το 1964 διασώθηκε με Νόμο που αποτέλεσε δίκαιο της ανάγκης, που ισχύει μέχρι και σήμερα.

Ανεξαρτήτως προς την ορθότητα της επιλογής αυτής της Κυβέρνησης και Βουλής, και πέρα από τα όποια ενδεχομένως προβλήματα θα προκύψουν με την πρακτική εφαρμογή της, υπάρχουν ζητήματα που πρέπει ο μελετητής και ενεργός πολίτης να μην τα αφήσει χωρίς κριτική. Ιδιαίτερα όταν δύο θεσμικά προβλεπόμενα όργανα στην κορυφή της πυραμίδας της τρίτης εξουσίας, δηλαδή το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και το Ανώτατο Δικαστήριο, λειτούργησαν δυνάμει του Δικαίου της Ανάγκης από το 1964 ως ένα Δικαστήριο (το Ανώτατο Δικαστήριο) που συγκέντρωσε και άσκησε το ίδιο, για 51 χρόνια, όλες τις ξεχωριστές αρμοδιότητες των δύο αυτών Δικαστηρίων.

Η όγδοη, λοιπόν, τροποποίηση του Συντάγματος προέβλεψε ότι το νέο Δικαστήριο, που ο Νόμος 131 (Ι)/2015 δημιούργησε και το οποίο ονομάστηκε «Διοικητικό Δικαστήριο», παρά το ότι έχει μόνο Πρωτόδικη αρμοδιότητα, εντούτοις ως τελικά διαμορφώθηκε το εδάφιο 5 του Άρθρου 146 του Συντάγματος, προσέδωσε στην κάθε απόφαση του νέου Διοικητικού Δικαστηρίου έκταση τέτοια, ώστε να «δεσμεύει παν δικαστήριο, όργανον ή αρχή». Δηλαδή μια Πρωτόδικη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου δεσμεύει και το Ανώτατο Δικαστήριο. Τούτο, μάλιστα, είτε υπάρξει έφεση είτε όχι, αφού η τροποποίηση περιέλαβε και δεύτερο σκέλος δέσμευσης παντός Δικαστηρίου κτλ. με την προσθήκη ότι δεσμεύει διαζευκτικά επίσης και «...σε περίπτωση που έχει ασκηθεί έφεση, η απόφαση επί της έφεσης». Αφού δεσμεύεται το Ανώτατο Δικαστήριο και από την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου, πως θα εξετάσει Έφεση, εάν εγερθεί κατά της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου;

Προς απλοποίηση δεν καταγράφω άλλα παράδοξα στους δυο Νόμους 130 και 131 του 2015, και προχωρώ στο κύριο και μείζον θέμα που αφορά την ίδια την τροποποίηση και τα όσα ρύθμισε από το 1964 το Δίκαιο της Ανάγκης. Υπενθυμίζω ότι το Σύνταγμα στο Άρθρο 146, πριν από την 8η Τροποποίηση, αλλά και πριν από τον Νόμο 33/64 (Δίκαιο της Ανάγκης), παρεχώρησε στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο ενός και μόνο βαθμού δικαιοδοσία για την επίλυση των διαφορών διοικητικού δικαίου. Είναι δε ο Νόμος περί Δικαίου της Ανάγκης του 1964 που καθιέρωσε δύο βαθμούς. Παρά δε τη Νομοθετική αυτή πρόβλεψη, παραμένει, όμως, ανοικτή και «διεκδικήθηκε» με δικαστική κρίση, η παράλληλη δυνατότητα του ιδίου Δικαστηρίου, να επιλαμβάνεται ως Ολομέλεια απευθείας, σε έναν και μόνο βαθμό. Δικαστική απόφαση τόνισε ρητά ότι:

«Εν πάση περιπτώσει, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου μπορεί, όποτε κρίνει τούτο επιβεβλημένο, να αναλαμβάνει απευθείας την εκδίκαση προσφυγής (βλ. μεταξύ άλλων, Georgiou and others v. Republic (1987( 3 CLR 980)».

Όμως η τροποποίηση τώρα του εδαφίου (1) του Άρθρου 146 του Συντάγματος κατέστησε τη διαδικασία του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ως δικαιοδοσία ΜΟΝΟ Εφετείου. Πρόσθετα δε και εξωνομικά ο ίδιος ο Νόμος που ψηφίστηκε για τη δημιουργία του Διοικητικού Δικαστηρίου (Ν 131/15), περιόρισε αντίθετα από το Σύνταγμα, τη δικαιοδοσία του, μόνο «σε νομικό σημείο»!!

Η Βουλή όμως προχώρησε και με έναν ακόμη Νόμο 132(1)/2015 σε τροποποίηση επίσης και του Νόμου 33/64, ώστε να ολοκληρωθεί η αφαίρεση δικαστικής ύλης από τον φυσικό, κατά το Σύνταγμα, δικαστή (Ανώτατο Δικαστήριο). Πρέπει όμως να υπενθυμίσω ότι το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε σε απόφασή του (1992 - Ορφανίδης και άλλοι) ότι η δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθορίζεται στο Άρθρο 11 (2) του Νόμου 33/64 και είναι, όπως ρητά ορίζεται, εκείνη η οποία προβλέπεται από το Άρθρο 146 του Συντάγματος.

Οι θεραπείες οι οποίες μπορούν να εκδοθούν είναι εκείνες που καθορίζονται στην παράγραφο 4 του άρθρου αυτού του Συντάγματος. Οπότε και το ερώτημα γιατί να λειτουργούν δυο Ανώτατα Δικαστήρια του Συντάγματος, ως ένα, με βάση το Δίκαιο της Ανάγκης; Ουσιαστικά επιλέγηκε μια λύση με επιπλοκές, αντί του διαχωρισμού κατά τις πρόνοιες του Συντάγματος, του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στα δυο δικαστήρια που το Σύνταγμα προβλέπει.

ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος