Ενώ η κατοχική δύναμη πανηγυρίζει με αμείωτη ένταση και με τον συνήθη παροξυσμό που τη διακρίνει τη 41η επέτειο από τη μαύρη συγκυρία της τουρκικής εισβολής, μερίδα του διεθνούς παράγοντα (και όχι μόνο) βλέπει να ανοίγεται ένα ακόμη «τελευταίο παράθυρο» και άλλη μια «μοναδική ευκαιρία», όπως είθισται να λέγεται, για την επίλυση του Κυπριακού. Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, κατά το τελευταίο διάστημα, παρατηρούμε δυστυχώς να πυκνώνουν οι φωνές και οι αντιφωνίες ημετέρων. Συγκεκριμένα βλέπουμε να πυκνώνουν και να εντείνονται οι υπαινιγμοί και οι αναφορές για τις δυνάμεις οι οποίες δήθεν «δεν θέλουν λύση» και να αποδίνονται «λυσοφοβικά» κίνητρα απέναντι στην οποιαδήποτε επιφύλαξη και στον όποιο ενδοιασμό διατυπωθεί, ως προς την ακολουθούμενη διαδικασία. Είναι πραγματικά λυπηρό να παρατηρεί κανείς ελέω, πρωτίστως προσωπικών και μικροσυλλογικών ατζεντών και μόνο, αλλοτινούς συναγωνιστές να επιδίδονται σε αντιπαραθέσεις με επίπλαστα επιχειρήματα που εδράζονται εν γένει σε πρόσκαιρες και ιδιοτελείς σκοπιμότητες και όχι το καλό του τόπου.

Ως εκ τούτου, εύκολα θα μπορούσε να διαπιστώσει κανείς ότι μεταξύ ημετέρων διατείνεται ένας διαπροσωπικός ρεβανσισμός ιδιοτελούς κοπής και αλλότριων σκοπιμοτήτων. Ενώ θα έπρεπε να υπάρχει ομοθυμία και ενότητα ως προς τον επιδιωκόμενο στόχο, ενώ θα έπρεπε μέσα από μία αναλυτική διείσδυση να επιδιώκουμε την κοινή οριοθέτηση του εφικτού, παρατηρείται μια ώθηση των πραγμάτων προς τα άκρα, με εκατέρωθεν προθέσεις μηδενισμού της αντίθετης άποψης. Τώρα σε ποιο στρατόπεδο κυριαρχεί ο ρομαντισμός και σε ποιο η ρεαλιστική δόμηση της πραγματικότητας, άσχετα από τη διεκδίκηση των αντίστοιχων σκήπτρων, δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί με βεβαιότητα και κατ’ απόλυτο τρόπο. Συνεπώς, προκειμένου να θέσουμε ένα αίσιο τέλος σε όλο αυτό τον ατελέσφορο δρόμο, πρέπει να ακούμε, να αντιμετωπίζουμε και να αντικρούουμε τα οποιαδήποτε επιχειρήματα με νηφαλιότητα και σύνεση, απαλλαγμένοι από ρεβανσισμούς, στείρους χαρακτηρισμούς και σύνδρομα αυτοδικαίωσης, κενά περιεχομένου και άνευ ουσίας.

Ας έρθει ενώπιόν μας μια λύση, η οποία να άρει τα κατοχικά δεδομένα, να μας απαλλάσσει από ξένα στρατεύματα, εγγυήσεις, ξένες επιβουλεύσεις και άρσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τότε όλοι μαζί, από κοινού, θα παλέψουμε για να γίνει αποδεκτή και μαζί θα αποκαλέσουμε «λυσοφοβικούς», όποιους ατεκμηρίωτα και αβίαστα την αρνηθούν ή την εμποδίσουν! Μέχρι τότε όμως δεν μπορούμε να αφορίζουμε αλλήλους και να αποδίδουμε εκ προοιμίου «λυσοφοβικά» ή στον αντίποδα αλλότρια, ξενοκίνητα «λυσολαγνικά» κίνητρα. Και πρωτίστως, μέχρι τότε, δεν μπορούμε να δίνουμε λευκές επιταγές και να κλείνουμε τα μάτια σε διαδικασίες άγονες, ατελέσφορες και συνάμα επικίνδυνες, που το μόνο που είναι ικανές να πετύχουν είναι να εξισώνουν τους θύτες με τα θύματά τους και να απενοχοποιούν την κατοχική δύναμη, την ίδια στιγμή που αυτή κινδυνεύει να επισφραγίσει την εδώ κυριαρχία της με ένα de jure πλέον καθεστώς και με τη δική μας μάλιστα υπογραφή.

Με ανάλογο τρόπο δε, δεν μπορούμε να κλείνουμε τα μάτια ούτε μπροστά σε πραγματικές ευκαιρίες και πραγματικά ευμενείς συγκυρίες, ουσιαστικής και επί του πρακτέου, υποβοήθησης της διαδικασίας επίλυσης του Κυπριακού. Εν κατακλείδι, η ενότητα και η ομοψυχία πρέπει να εδράζονται στη συναντίληψη, τη σύνθεση και τον υγιή συγκερασμό επιχειρημάτων και σχολών σκέψης, με απώτερο σκοπό την αποκρυστάλλωση ενός υγιούς, στέρεου και επαρκούς επιδιωκόμενου στόχου. Συνεπώς, κατ’ ουδένα λόγο η επίκληση για ενότητα και ομοψυχία δεν πρέπει να συνεπάγεται στην κενόλογη συνθηματολογία με κατεύθυνση τον αβίαστο μηδενισμό της αντίθετης άποψης και με προφανές επακόλουθο την αποδοχή της κατάλυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη νομιμοποίηση των κατοχικών δεδομένων και την παγίωση των τετελεσμένων της εισβολής και της κατοχής.

ΧΑΡΗΣ Φ. ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ
Μέλος Πολιτικής Συγκλήτου Συμμαχίας Πολιτών