...θα έπρεπε να υπάρχει από καιρό Σχέδιο Α
(Συνέχεια του 1ου προηγούμενού μας άρθρου με την ίδια επικεφαλίδα)
Στο προηγούμενο (Αρ.1) άρθρο μας αυτό υπερτονίσαμε ότι χωρίς καθολική ενότητα λαού και ηγεσίας στην πράξη δεν θα επιτευχθεί η απελευθέρωση και λύτρωση της Κύπρου μας, που η μεγάλη πλειοψηφία του λαού επιδιώκει και αποδεικνύει με έργα. Ωστόσο, οι ηγεσίες των κομμάτων «συνεχίζουν το βιολί τους», με σχεδόν καθημερινές αντιπαραθέσεις, σε αντίθεση με την τουρκική πολιτική, που ελεύθερα διαφαίνεται (για να υποστηριχθεί όχι μόνο από τους Αγγλο-Αμερικανούς αλλά και από άλλα κράτη), ότι κτίζεται σκαλί-σκαλί και στηρίζεται σε καλά οργανωμένη στρατηγική ως Σχέδιο Α, για Δικοινοτική Ομοσπονδία με ισότητα (όπως διαφαίνεται) - αλλά στην πραγματικότητα το τι επιζητεί η Τουρκία είναι ένας τύπος Συνομοσπονδίας.
Λύση που θα προέλθει από πρωτόγονη παρθενογένεση (μέσω δημοψηφίσματος) δύο ισάξιων «κρατιδίων», εγκεκριμένων από τα Ηνωμένα Έθνη και από την Ε.Ε., μέσω παρεκκλίσεων (προσωρινών ή μόνιμων) του ευρωπαϊκού κεκτημένου, ανεξαρτήτως των διαβεβαιώσεων του Πρόεδρου Αναστασιάδη περί του αντιθέτου. Το βασικό αντικείμενο που παραμένει είναι πόση βοήθεια καταβάλλεται για υπεράσπιση των διαβεβαιώσεων του Προέδρου ή καλύτερα σε ποια σημεία συμφωνούμε και σε ποια σημεία οπωσδήποτε θα πρέπει να επιμένουμε στη μη αποδοχή τους, ειδικά όσον αφορά τις παρεκκλίσεις του Κοινοτικού Κεκτημένου, που επιδιώκονται ή είναι αναγκαστικές, και να μην αφεθεί ο δύσμοιρος λαός να αποφασίσει περί τούτων, στο από όλους προτεινόμενο δημοψήφισμα, μετά τα καταστροφικά αποτελέσματα, όπως τονίσαμε, να αναδύονται από τη μη εκ των προτέρων έγκριση ενός δημοψηφίσματος. Το Σχέδιο Β της τουρκικής πλευράς θα βγει στην ημερήσια διάταξη όταν εμείς απορρίψουμε το δικό της Σχέδιο Α και θα είναι, ως διαφαίνεται, λύση δύο ανεξάρτητων κρατών με ένα πρόγραμμα αλληλοσεβασμού και καλής γειτονίας ή κάποιας μορφής Συνομοσπονδία, χωρίς να ονομάζεται ως τοιαύτη.
Δεν αποκαλύπτουμε κάτι το άγνωστο από όλη την ηγεσία, αλλά από καθημερινές τους δημόσιες αντιξοότητες, που όλη η κοινωνία πολιτών κατακρίνει χωρίς αποτέλεσμα, αντί αυτές να ήταν μυστικές εποικοδομητικές συζητήσεις μεταξύ των πολιτικών κομμάτων μέσω του Εθνικού Συμβουλίου ως και της Κυβέρνησης. Τα πιο πάνω είναι μεταξύ των σοβαρών θεμάτων που δικαιολογημένα απασχολούν την κοινωνία καθώς και τους πολιτικούς, χωρίς όμως να το αποδεικνύουν στην πράξη, ειδικά τώρα που ο Ακιντζί καθημερινώς διακηρύττει ότι η «λύση του Κυπριακού» δύναται κατ’ αρχήν να υπάρξει μέχρι τον Σεπτέμβριο. Η ανησυχία κορυφώνεται με τη μη ύπαρξη ομόφωνης Στρατηγικής ως Σχέδιο Α, ενώ αρκετοί πολιτικοί προτάσσουν όπως γίνει επιβεβαίωση των «ομόφωνων αποφάσεων της Προεδρίας Βασιλείου». Αλλά είμαστε συχνά μάρτυρες ότι και σε αυτές τις αποφάσεις υπάρχουν διαφορές.
Εξάλλου η καλά οργανωμένη και θεσπισμένη (όπως θα έπρεπε να ήταν) στρατηγική θα πρέπει να αναθεωρείται ομοφώνως και κατά διαστήματα, αναλόγως των εξελίξεων, βάσει των ενθαρρυντικών δηλώσεων του Ακιντζί, αν και διαβλέπεται από την πλειοψηφία ότι δεν θα αφεθεί να προχωρήσει στα επιθυμητά για μας βήματα (π.χ. εγγυήσεις, αποχώρηση τουρκικών στρατευμάτων και περιουσιακό-προσφυγικό), αλλά και στα θέματα που ο ίδιος θα επιμένει, ως πάνω και κάτω αναφέρεται. Αυτά σχετίζονται με την κυριαρχία και αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας, που από καιρό θα έπρεπε να ήταν ομόφωνα συμφωνημένα ως μέρος μιας ολοκληρωμένης ενότητας και το κύριο/ κεντρικό χαρακτηριστικό της στρατηγικής μας (δηλαδή του Σχεδίου Α). Με βάση δικών του Ακιντζί ανακοινώσεων, δεν διαφαίνεται διαφοροποίηση από την ως άνω περιγραφόμενη στρατηγική (Σχέδιο Α) της Τουρκίας.
Είναι αξιοσημείωτο το μέρος του διαγγέλματος του Ακιντζί για την επέτειο της τουρκικής εισβολής 20/7/1974, λέγοντας «η ειρηνευτική επιχείρηση στην Κύπρο το 1974 ήταν ένας πραγματικός πόλεμος, τα θύματα του οποίου ήταν οι Ελληνοκύπριοι» και συνέχισε με τις πολλές κακουχίες που υπέστησαν όχι μόνο οι Ελληνοκύπριοι αλλά και οι Τουρκοκύπριοι με τραύματα της προσφυγιάς. Συμβολίζει όμως την αρχή μίας εποχής για τους Τουρκοκύπριους (εννοώντας της Τ.Δ.Β.Κ.), χωρίς όμως να ξεπεραστούν τα προβλήματα της ασφάλειας ως κοινότητα. Στη συνέχεια αναφέρθηκε ότι στόχος των συνομιλιών είναι να επιτευχθεί μία διζωνική, δικοινοτική, ομοσπονδιακή λύση που να βασίζεται στην πολιτική ισότητα και ασφάλεια.
Σχεδόν αυτά αντιστοιχούν στις τελευταίες ομιλίες και του δικού μας Προέδρου, ότι πρέπει να ξεχαστούν οι παλιές κακουχίες που υπέφεραν και οι δύο Κοινότητες, σε μεγαλύτερο βαθμό οι Τουρκοκύπριοι πριν από το 1974 και οι Ελληνοκύπριοι μετά και μέχρι σήμερα, που και οι δύο τονίζουν τα πολλά ωφελήματα της λύσης, που επιζητούνται και επιβεβαιώθηκαν στην πρόσφατη συνάντηση με τον Γιούνκερ, οι δηλώσεις του οποίου θα πρέπει να έχουν αναπτερώσει τις προσδοκίες όλων μας και ειδικώς της πολιτικής ηγεσίας, με την ανακοίνωσή του ότι η Ε.Ε. όχι μόνο θα έχει τακτική συμμετοχή του Εκπροσώπου του στις συνομιλίες και, ως εκ τούτου, σταθερή εγγύηση αποφυγής παρεκκλίσεων εκ των ισοτήτων όλων των λαών της Ε.Ε., αλλά και της σταθερής οικονομικής ενίσχυσης των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων για μία δίκαιη λύση του Κυπριακού, της μόνης ως απέμεινε ευκαιρίας που τώρα έχουμε με τον Ν. Αναστασιάδη και Μ. Ακιντζί, που χαίρουν εκτίμησης και εμπιστοσύνης μεταξύ των. Κατ’ εμάς, θα πρέπει να υπερτονιστούν και να αρχίσουν να επιλύονται κάπως τα γνωστά εκκρεμούντα θέματα που θα μπορούσαν να επουλώσουν τις πληγές της ελληνικής κοινότητας, συνέπεια της τουρκικής εισβολής, ενώ αναμέναμε με ανυπομονησία τις ανακοινώσεις του Ακιντζί και του «Εφέντη» του Ερντογάν στις εκδηλώσεις της 20ής Ιουλίου.
Τα πιο πάνω είναι, ως εκ τούτου, θέματα που χρήζουν λεπτομερούς και συνεχούς μελέτης και θα πρέπει να εξετάζονται όλα τα αναμενόμενα ενδεχόμενα που θα παρουσιαστούν για συζήτηση και ποιες λύσεις έχουμε από την πλευρά μας να αντιπροτείνουμε. Μαζί με αυτά τα σοβαρά θέματα πρέπει να συζητούνται και όλες οι εξελίξεις των συνομιλιών, με πλήρη εχεμύθεια μεταξύ της Κυβέρνησης - Ομάδας του Κυπριακού και πολιτικής ηγεσίας και δεν χρειάζεται δημόσια συζήτηση, παρά μόνο ο κάθε αρχηγός κόμματος να τυγχάνει πλήρους ενημέρωσης και όλοι μαζί να επιδεικνύουν ορθολογιστική στρατηγική ευθυγράμμιση των γεγονότων και με σύμπνοια να προβαίνουν στις κατάλληλες αποφάσεις και στην εμπέδωση των κατάλληλων καθοδηγήσεων στην κοινωνία πολιτών (είτε ανήκουν ή όχι σε κόμματα), ώστε να φτάσουμε, όσο πιο κοντά γίνεται, στην καθολική ενότητα λαού και ηγεσίας, που ήταν και είναι αναγκαία, για να πετύχουμε μία αξιοπρεπή λύση, χωρίς να φοβόμαστε ότι αυτή θα έχει την τύχη της Λύσης της Ζυρίχης, που διήρκησε μόνο 3 χρόνια, αλλά μιας διαρκούς λύσης, επωφελούς για όλους τους λαούς της Κύπρου.
Κλείσαμε το προηγούμενο άρθρο μας με το «Ο Θεός βοηθός» και τώρα ας λυτρωθούμε με πίστη ότι θα οδηγηθούμε σε μία έγκαιρη και επωφελή στρατηγική (για Σχέδιο Α και στη συνέχεια πολύ σύντομα να φτάσουμε σε Σχέδιο Β, απόψεις επί των οποίων θα παρουσιάσουμε για συζήτηση στο επόμενο άρθρο μας).
ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΛΟΠΕΤΡΙΔΗΣ
Εγκεκριμένος Λογιστής-Σύμβουλος, Μέλος Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου - ΣΕΛΚ




