Με την ευκαιρία συμπλήρωσης 41 χρόνων από τις μαύρες επετείους του '74 και την εορτή του Προφήτη Ηλία, του πολιούχου αγίου του χωριού, οι ξενιτεμένοι Στυλλιώτες συγκεντρώθηκαν την Κυριακή, 19 Ιουλίου, στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, στο Γουάιτμαν Ρόουντ, του Λονδίνου, για να τιμήσουν τον άγιο του χωριού τους -τον Προφήτη Ηλία- και να θυμηθούν και να διατρανώσουν την επιθυμία τους να επιστρέψουν στους Στύλλους σε μια ελεύθερη πατρίδα.

Σήμερα, εμείς οι Στυλλιώτες θυμούμαστε και ονειροπολούμε εκείνες τις όμορφες μέρες που γιορτάζαμε την ημέρα του Προφήτη Ηλία. Εδώ και 41 χρόνια, το χωριό μας -όπως και τα άλλα σκλαβωμένα μέρη του νησιού μας- βρίσκεται υπό ξένη κατοχή και όνειρό μας και επιδίωξή μας είναι να το δούμε ελεύθερο και πάλι. Οι Στύλλοι είναι πολύ κοντά στην προϊστορική Αλάσια, την ένδοξη και ιστορική Σαλαμίνα και το μοναστήρι του Αποστόλου Βαρνάβα, του ιδρυτή της Κυπριακής Εκκλησίας. Δεν ξεχνούμε αυτήν την ημέρα του Προφήτη Ηλία - ήταν η πιο χαρούμενη μέρα του χρόνου για τους Στυλλιώτες. Από τα γύρω χωριά κατέφθαναν προσκυνητές για να τιμήσουν τον Άγιο της Βροχής.

Οι γεωργοί τέλειωναν τις γεωργικές τους εργασίες. Μετά τη λειτουργία, ακολουθούσε η φιλοξενία. Όλοι προσκαλούνταν στα φιλόξενα σπίτια του χωριού μας. Εδώ δεν υπάρχουν ξένοι είναι όλοι μια οικογένεια. Οι παναϋρκώτες διαλαλούν τα προϊόντα τους. Οι νιοι και νιες περπατάνε στον δρόμο του χωριού δείχνοντας τα καινούργια τους ρούχα και την ομορφιά της νιότης. Και το απόγευμα μαζεύονταν στην πλατεία του χωριού, χορεύοντας λεβέντικους χορούς. Και ήταν ανήμερα τον Άη Ηλία, το 1974, που ακούστηκαν τα τουρκικά αεροπλάνα που εισέβαλλαν στην πατρίδα μας, και έμελλε να φέρουν τη μεγαλύτερη συμφορά, τη χειρότερη καταστροφή στην πατρίδα μας.

Το 37 τοις εκατόν της πατρίδας μας περιήλθε κάτω από την τούρκικη κατοχή. Χιλιάδες οι σκοτωμένοι, 1619 αγνοούμενοι, 200.000 πρόσφυγες στην ίδια την πατρίδα τους. Και οι Στυλλιώτες -σαν καλαμιά στον κάμπο- πήραν των ομματιών τους - και βρήκαν καταφύγιο σε όλα τα μήκη και πλάτη της ελεύθερης Κύπρου.

Το Πάσχα, φέτος, είχα την ευκαιρία να περάσω κι εγώ με την οικογένειά μου στους σκλαβωμένους Στύλλους. Ανάψαμε κερί και καπνίσαμε την εκκλησία μας. Ήταν μισοκατεστραμμένη, χωρίς εικόνες, πόρτες και παράθυρα. Ανάψαμε κερί και καπνίσαμε τον τάφο του πατέρα μου, του οποίου ο σταυρός -όπως και όλων των συγχωριανών μας- ήταν σπασμένος, λεηλατημένος. Ήταν μια ευχή που ήθελα να τηρήσω. Γιατί μια εσωτερική φωνή συνεχώς με παρακινούσε. Το χωριό μου, η εκκλησία, το σχολείο του χωριού κι ο πατέρας και οι πρόγονοί μας, μας ρωτούσαν: «Γιατί μας ξεχάσατε, πού έχετε πάει, ποιοι είναι αυτοί που πατάνε τα χώματά μας; Πότε θα ξανάρθετε;». Κι εγώ τους απαντούσα με σφιγμένη την καρδιά: «Κουράγιο, θα έρθουμε, σύντομα, λίγο ακόμη, πολύ σύντομα, θα έρθουμε πάνω στο άτι της γαλανομάτας λευτεριάς. Όχι δεν σας ξεχάσαμε». Και η καρδιά μου γινόταν χίλια κομμάτια, που δεν μπορούσα να κάνω αυτό το τάμα.

Εμείς οι ξενιτεμένοι καταδικάζουμε σήμερα το προδοτικό πραξικόπημα και τη βάρβαρη τουρκική εισβολή. Και τιμούμε αυτούς που αγωνίστηκαν και έδωσαν τη ζωή τους για τη δημοκρατία και την ελευθερία της πατρίδας τους. Τελούμε μνημόσυνο ιερό, σεμνό: να μην ξεχνάμε την ιστορία μας. Για να θυμούνται οι παλιοί και να γνωρίζουν οι νέοι μας το δράμα της χώρας μας. Γιατί, λαοί που δεν ξεχνούν, δεν πρόκειται να πεθάνουν. Σήμερα η παροικία μας, μαζί με ολόκληρο τov απανταχoύ Ελληvισμό, παρακολουθούν με ελπίδα τις συνομιλίες που διεξάγει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας με τον Τ/κ ηγέτη για την εξεύρεση μιας δίκαιης και βιώσιμης λύσης σε μια ελεύθερη και επανενωμένη Κύπρο. Και με τηv ελπίδα ότι τoυ χρόvoυ θα γιoρτάσoυμε μαζί τηv ημέρα τoυ Προφήτη Ηλία στους ελεύθερους Στύλλους, σε μια ελεύθερη και εvωμέvη Κύπρo!

Εμείς οι ξενιτεμένοι υπoσχόμαστε στον Πρόεδρο, την Κυβέρνηση και τον κυπριακό λαό, ότι θα είμαστε πάvτα μαζί τους, σημαιoφόρoι και συvαγωvιστές στoν στίβo τoυ Ωραίoυ, τoυ Μεγάλoυ και τ’ Αληθιvoύ, με στόχo τηv Αvάσταση και τηv Επιστρoφή στις πατρoγovικές μας εστίες. Τo δίκαιo, τελικά, θα επικρατήσει.

Στώμεν καλώς. Με υψηλό το φρόνημα, με αφοσίωση στις αθάνατες αξίες της φυλής μας, ας παραμείνουμε ενωμένοι, και γρήγορα, πολύ γρήγορα θα ανατείλει επιτέλους και πάλι ο ήλιος της χιλιάκριβης της Λευτεριάς πάνω στους ουρανούς της πολύπαθης πατρίδας. Αδέλφια. Ψηλά τις καρδιές. Πίστη και ελπίδα στο δίκαιο του αγώνα μας. Να, στην Ανατολή, άρχισε να χαράζει, να φαίνεται ο ήλιος της Λευτεριάς πάνω από τον πατημένο Πενταδάκτυλο, που θα φέρει ζωή και χαρά σε ολόκληρη τη μαρτυρική πατρίδα. Ψηλά τις καρδιές μας - ελάτε να γιορτάσουμε τη Λευτεριά. Μας το ζητάνε οι παλιές γενεές που μας έφυγαν, μας το ζητάνε οι νέες γενεές που θα έρθουν. Και τελειώνω με τους αθάνατους στίχους του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, μελοποιημένους από τον Μίκη Θεοδωράκη, που είναι η απάντηση της Ιστορίας, της ψυχής και του πολιτισμού μας από τα βάθη των αιώνων.

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
και μυρσίνη συ δοξαστική
μη παρακαλώ σας μη
λησμονάτε τη χώρα μου!

Αετόμορφα έχει τα ψηλά βουνά
στα ηφαίστεια κλήματα σειρά
και τα σπίτια πιο λευκά
στου γλαυκού το γειτόνεμα!

Τα πικρά μου χέρια με τον κεραυνό
τα γυρίζω πίσω απ' τον καιρό
τους παλιούς μου φίλους καλώ
με φοβέρες και μ' αίματα!

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
και μυρσίνη συ δοξαστική
μη παρακαλώ σας μη
λησμονάτε τη χώρα μου!

ΖΑΝΝΕΤΟΣ ΤΟΦΑΛΛΗΣ
Καθηγητής