Σαράντα ένα ολόκληρα χρόνια, οι μνήμες νωπές και η θύμησή μας στρέφεται πίσω, χρόνια πολλά, τότε που, υψώνοντας το βλέμμα στον ουρανό, αντικρίζαμε τα τουρκικά αεροπλάνα να σκορπίζουν τον όλεθρο και να μας προσγειώνουν στη σκληρή πραγματικότητα της πραξικοπηματικής προδοσίας. Συνταρακτικά και μοιραία τα γεγονότα του 1974, με συνέπειες τις οποίες υφίσταται ο κυπριακός Ελληνισμός μέχρι σήμερα: νεκροί και αγνοούμενοι, ξεριζωμός και προσφυγιά, συνεχιζόμενη κατοχή και εποικισμός.
Και όλα αυτά απότοκα της ατέρμονης υποκρισίας των «συμμάχων» που διακηρύττουν αρχές και πράττουν τα αντίθετα, και της συνεχούς από μέρους τους προσπάθειας εμπέδωσης των τετελεσμένων της εισβολής και κατοχής και ασφαλώς ο αταλάντευτος στόχος της Τουρκίας για ολοκληρωτική τουρκοποίηση της Κύπρου.
Κάποιος, κατέχοντας το στοιχειώδες ελληνικό DNA, θα ανέμενε κρίνοντας από προηγούμενες συμπεριφορές της φυλής μας ότι όχι σαράντα, αλλά 1040 χρόνια να παρέλθουν, ο πόθος για ελευθερία θα αυξανόταν χρόνο με τον χρόνο και δεν θα συμβιβαζόμασταν με μιαν ατιμωτική απλή επιβίωση. Σαράντα ένα χρόνια από τότε, κι ενώ στην αρχή το αγωνιστικό φρόνημα παρέμενε ακμαίο κι ο πόθος της επιστροφής άσβεστος κι αδιαπραγμάτευτος, βρισκόμαστε σήμερα σε τροχιά αφανισμού από τον τόπο στον οποίο ζούμε εδώ και 35 αιώνες.
Με όλη τη δόση μετριοπαθούς πολιτικού ρεαλισμού δηλώνω αβίαστα ότι η επιβίωση του κυπριακού Ελληνισμού, του οποίου η μισή πατρίδα κατακτήθηκε και συνεχίζει να τελεί υπό κατοχήν, είναι πλέον αβέβαιη. Πηγαίνουμε σε μνημόσυνα για να ακούσουμε να εκφωνούνται (από φερέφωνα του κυβερνητικού σχήματος και όχι μόνο) αβίαστα τυποποιημένοι επιμνημόσυνοι λόγοι (γραμμένοι από καμιά ντουζίνα επικοινωνιολόγους), για τους «ηρωϊκώς αγωνισαμένους και πεσόντας» κατά τη βάρβαρη τουρκική εισβολή και το προδοτικό πραξικόπημα, όχι βέβαια για να τους τιμήσουμε αλλά για να λεηλατήσουμε και να ασελγήσουμε πάνω στη μνήμη τους, δικαιολογώντας μάταια και απεγνωσμένα τη σημερινή μας κατάντια.
Το «ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ» μετατράπηκε σε επούλωση πληγών, τα εγκλήματα της εισβολής στο ανήκουστο «εκάμαμεν τζιαι εμείς». Ο ίδιος ο Πρόεδρός μας εκφράζει την ελπίδα ότι «…θα βρεθεί τρόπος να ξεπεραστούν αυτά τα προβλήματα ή όπου είναι αδύνατον τουλάχιστον να αμβλυνθούν, έτσι ώστε οι επιπτώσεις που η κατοχή έχει συσσωρεύσει να γίνουν ανεκτές». Και ρωτώ, ποιες επιπτώσεις; Κατοχικά στρατεύματα, εποίκους, τη διχοτόμηση μασκαρεμένη ως διζωνικότητα, τα επεμβατικά δικαιώματα, την εξίσωση του 18% με το 82%, την κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και στον αντίποδα πρόσφυγες, οικογένειες αγνοουμένων, εγκλωβισμένοι…
Ποια από αυτά πρέπει, Πρόεδρέ μας, να γίνουν ανεκτά; Ίσως κάποιοι με πουν εθνικιστή, λυσοφοβικό, υπερβολικό. Ίσως… Απλώς δεν παρασύρομαι από τους επικοινωνιακούς βομβαρδισμούς των μισθωμένων «επαναπροσεγγιστών». Θα παραλληλίσω την Κύπρο μας με τον μοιραίο Τιτανικό και το τραγικό παγόβουνο που βρέθηκε στον δρόμο του, με την Τουρκία. Την ώρα που αυτό βυθιζόταν, η μουσική συνέχιζε να παίζει και οι άνθρωποι, φορώντας τα γιορτινά τους, ανίδεοι, χόρευαν και λικνίζονταν. Αυτές τις μέρες στην πλώρη του δικού μας υπερωκεανίου πανηγυρίζουν για την επιτυχία της εισβολής, ενώ στην πρύμνη, αντί να αναλογίζονται την εθνική ευθύνη, πανηγυρίζουν για πρόοδο στις συνομιλίες τού «δώσε-δώσε». Απαράδεκτος πλέον ο εφησυχασμός, η νωχέλεια και ο ραγιαδισμός της δικής μας πλευράς.
Προβάλλει σήμερα ενώπιόν μας, όσο ποτέ άλλοτε, επιτακτική η ευθύνη μας να ευαισθητοποιήσουμε τον λαό, ώστε να κατανοήσει τον κίνδυνο που διατρέχουμε, αλλά και να τον εμψυχώσουμε, να του εμφυσήσουμε την ελπίδα για το μέλλον, χωρίς αναβολή. Τώρα που αρχές και αξίες μετά βίας καθίστανται ορατές, μέσα στον κονιορτό που ανασηκώνουν η ηθική σήψη, η οικονομική κρίση και η νωχελικότητα γύρω από το εθνικό μας θέμα.
Είμαι βέβαιος ότι και εσείς συμμερίζεστε τη θέση πως δεν μπορούμε να θυσιάσουμε τα πάντα στον βωμό μιας γρήγορης λύσης, γιατί όσο σημαντική είναι η εξεύρεση λύσης, άλλο τόσο σημαντική, αν όχι σημαντικότερη, είναι η διασφάλιση και διαφύλαξη του κυπριακού Ελληνισμού στο νησί των πατέρων του. Δικαιούμαστε και οφείλουμε, λοιπόν, να καυχιόμαστε για το παρελθόν μας και να μαχόμαστε διεκδικητικά για το παρόν μας, αλλά και να ελπίζουμε και να προσδοκούμε σε ένα καλύτερο μέλλον.
Κάθε φορά που ο Ελληνισμός βρέθηκε αντιμέτωπος με τον αφανισμό, σωζόταν με τη βοήθεια της πίστης και μιας μικρής μαγιάς που έμενε σταθερή και αταλάντευτη στις αξίες και τις παραδόσεις του έθνους. Οι δύο αυτοί παράγοντες υφίστανται σήμερα και η αξιοποίησή τους θα είναι το καλύτερο μνημόσυνο για εκείνους, που πριν από 41 χρόνια έδωσαν τη ζωή τους υπερασπιζόμενοι την πατρίδα και το δικό μας δικαίωμα στη ζωή.
ΔΡ ΔΩΡΟΣ ΠΑΦΙΤΗΣ
Α’ Αντιπρόεδρος Συμμαχίας Πολιτών, [email protected]




