Η κοινωνική αλληλεγγύη εξουδετερώθηκε από την απληστία. Και οι γοερές αντιφάσεις αντικατέστησαν την ευθύνη και την εντιμότητα. Η ζωή κατάντησε παίγνιο στα δάκτυλα των πολιτικών σαλτιμπάγκων και η ευγενής φιλοδοξία, ευτελής θεραπαινίδα ενός πρωτόγονου κομματισμού

Από τον σκηνικό διάκοσμο και τα διαδραματιζόμενα στο αθάνατο έργο του Βίκτωρα Ουγκώ «Η Παναγία των Παρισίων» (Notre-Dame de Paris), μπορεί η σύγχρονη φαντασία να αισθανθεί αρκετά απ’ όσα περιγράφει ο μεγάλος συγγραφέας σαν προαγγελτικά, που παρατηρούνται στην «αυλή των θαυμάτων» της κυπριακής πραγματικότητας. Κι ας απέχει κατά πέντε αιώνες η εποχή του μεσαιωνικού Λουδοβίκου του Α΄ και των χαρακτήρων του έργου, του αρχιδιακόνου, του τερατώδους στην όψη Κουασιμόδου, του ευφάνταστου ποιητή Γρηγορά, της τραγικής Εσμεράλδας, του ερωτευμένου αξιωματικού Φοίβου και γενικά των «τρελών» που ζουν και δρουν στην αυλή των θαυμάτων. Με μόνη διαφορά πως στην περίπτωσή μας η υπόθεση θα ήταν τιτλοφορημένη σαν «η αυλή των παραδοξοτήτων».

Κατά τα άλλα, δεν διαφέρουν και πολύ τα συμβαίνοντα εδώ από τα μυθιστορηματικά του Γάλλου συγγραφέα. Εδώ, η μια παραδοξότητα διαδέχεται την άλλη κατ' ακατανόητη αλληλουχία. Εμφανίζονται τα πρόσωπα παραλλαγμένα ψυχολογικά. Ο καταληφθείς από ερωτικό πάθος για την περιπαίχτρα Εσμεράλδα, ερωτεύεται την πολιτική εξουσία, όπως και ο ασχημομούρης κωδωνοκρούστης κι ο ποιητής. Αλλά η βασιλικοποίηση του Κουασιμόδου και η πανηγυρική περιφορά του στους ώμους των πανηγυριζόντων εύκολα προσομοιάζει με τις ευπιστίες και τις αφέλειες σύγχρονων μαζών και μεταλλαγών που αποδίδουν παράλογες όψεις των πραγμάτων. Και ιδού δεδομένα:

Κατά την τετραετία της απελευθερωτικής εποποιίας, η συντριπτική πλειοψηφία ταυτιζόταν με τον αγώνα. Διεπόταν από τη δύναμη των ηθικών αξιών και των αρετών, όπως η ανθρωπιά, το φιλότιμο, η φιλία, η αυτοθυσία, η άδολη προς τη πατρίδα αγάπη, οι κρυστάλλινοι σκοποί διαμόρφωσης του κοινού μέλλοντος, η διαύγεια της σκέψης και η ανεπηρέαστη, ανυστερόβουλη επιλογή του προσωπικού και του συλλογικού αύριον. Και σε λίγες μέρες όλα άλλαξαν. Αντιστράφηκαν καταλυτικά. Αντικαταστάθηκαν από τη νοθεία των ιδεών και την αντιστροφή των σκοπών. Στην «αυλή των θαυμάτων» ανήλθαν νέα είδωλα. Ο Κουασιμόδος δεν έριξε τον ερωτύλο προϊστάμενό του από το καμπαναριό. Οι επιλογές της αυλής μεταποιήθηκαν.

Η υστεροβουλία, ο ατομισμός, το προσωπικό συμφέρον, η ανώριμη πολιτική σκέψη, η ταύτιση με την εξουσία, παραμόρφωσαν το τραυματισμένο από τη δόξα πρόσωπο της κοινωνίας και τερατοποίησαν τη δημόσια συμπεριφορά. Το έντονο πάθος έθαψε την ιερότητα της φιλίας. Η ψυχή του Έλληνα ανθρώπου παραχαράχτηκε από το στιλέτο της ιδιοτέλειας. Η προς την πατρίδα αφοσίωση καταπνίγηκε από την αρπακτικότητα και την καταλήστευση και η παλιά τοκογλυφία επεβλήθη με νόμο. Η κοινωνική αλληλεγγύη εξουδετερώθηκε από την απληστία. Και οι γοερές αντιφάσεις αντικατέστησαν την ευθύνη και την εντιμότητα. Η ζωή κατάντησε παίγνιο στα δάκτυλα των πολιτικών σαλτιμπάγκων και η ευγενής φιλοδοξία, ευτελής θεραπαινίδα ενός πρωτόγονου κομματισμού.

Εκείνοι που, επί παραδείγματι, αντιστάθηκαν στο Λάνκαστερ Χάουζ στη Συμφωνία Ζυρίχης, με την επιστροφή μετατράπηκαν σε στυλοβάτες του εκτρώματος και εκείνοι που το αποδέχτηκαν έγιναν διαπρύσιοι κήρυκες του ολέθριου εξαμβλώματος. Όσο για τους ιππότες του δημοσίου συμφέροντος, δεν δίστασαν να γιγαντωθούν σε μιζαδόρους και οι φύλακες των οικονομικών συμφερόντων του λαού, σε κλέφτες που έσυραν στην πτώχευση. Οι κοπτόμενοι για τα δικαιώματα του λαού βρέθηκαν με πριγκιπικές πολυσυντάξεις και οι πνευματικές προσωπικότητες που ηγούνταν των εθνικών διεκδικήσεων θυματοποιήθηκαν από την έντρομη σιωπή των επαιτών και κάποιοι κατάντησαν σφογγοκωλάριοι της ηγεμονίας.

Και οι αντίπαλοι; Οι τελευταίοι των Μοϊκανών, που κατάντησαν καπετανίσκοι του Τριωδίου, σαπουνόφουσκες των αντιστάσεων; Περίμεναν να πεθάνει ο Αρχηγός για να γελοιοποιηθούν κρυπτόμενοι δελφίνοι των ψαισθήσεών τους, με ανυπόγραφες ύβρεις εναντίον όσων δεν τους χειροκροτούσαν στις παράφρονες αυταπάτες τους. Κι η παιδεία; Η παιδαγωγική; Κατάντησαν έρμαια των κομματόσκυλων και των αστοιχείωτων εισβολέων στα σχολεία.

Αυλή των παραδοξοτήτων η άμοιρη πατρίδα. Το πηδάλιό της διεκδικούν και αδίστακτοι πολιτικάντηδες, που νυχθημερόν οργανώνουν την αναρρίχησή τους στην εξουσία. Και ο λαός, απαθής θεατής των διεκτραγωδουμένων επί εξηκονταετία. Τους άρπαξαν τις αποταμιεύσεις μιας ζωής και ούτε εξεγέρθηκαν στη γειτονιά τους έστω! «Κάθονται και τρων και πίνουν» αδιάφοροι κι ανάλγητοι στην τουρκική κατοχή, εγκαταλείποντας την ίδια τη λευτεριά τους και την αξιοπρέπεια των παιδιών τους στην εξαθλίωση της μοιρολατρίας τους. Τελικά, από την «Αυλή των Θαυμάτων» η μεν Εσμεράλδα έπεσε από το καμπαναριό της Παναγίας των Παρισίων, δασώζοντας την τιμή της, στη δε αυλή των παραδοξοτήτων η πατρίδα έπεσε από τη συνείδηση των αλλοπρόσαλλων «τρελών» του αξιοθρήνητου σύγχρονου κοινού των αντινομιών.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΟΣ