Με το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου που έγινε στην Ελλάδα, διαλύθηκαν πολλά παραπετάσματα καπνού που συσκότιζαν την κρίση μας. Είναι γεγονός αναντίρρητο ότι οι περισσότεροι συμπολίτες μας έμαθαν να κρύβονται πίσω από αυτά εδώ και δεκαετίες. Είναι πλέον σαφές, ότι δεν υπάρχει κανένας σαφής διαχωρισμός ανάμεσα σε αυτό που αποκαλούμε Αριστερά και Δεξιά. Επίσης, φάνηκε ότι η δημοκρατία και τα ιδεώδη της δεν θριαμβεύουν χωρίς τα απαραίτητα προαπαιτούμενα και, τέλος, αποδείχτηκε περίτρανα ότι ο πολιτικός πολιτισμός και ο σεβασμός τόσο ανάμεσα σ' εμάς και τους εταίρους μας, αλλά κυρίως ανάμεσα στις τάξεις των πολιτών και των πολιτικών, πήγαν περίπατο…
Απ’ ό,τι φαίνεται, στον ωμό κόσμο του σήμερα, δεν αναγνωρίζεται κανένα δικαίωμα εφόσον αυτός που το απαιτεί, δεν το διεκδικεί με σθένος. Το κυβερνών κόμμα της Ελλάδας, ο ΣΥΡΙΖΑ, εμφανίστηκε με τον αέρα της ανανέωσης και της επανίδρυσης. «Πρώτη φορά Αριστερά» ήταν το σύνθημα των υποστηρικτών του. Το ίδιο, ακριβώς, είχε συμβεί και επί της πρώτης εκλογής του Κώστα Καραμανλή στο πρώτο μισό της προηγούμενης δεκαετίας.
Τελικά στην Ελλάδα, όλοι αναγνωρίζουν ότι κάτι πρέπει να επανιδρυθεί, αλλά στην πράξη βλέπουμε ότι μάλλον για τα μυαλά των πολιτών και των πολιτικών δεν πρέπει αυτό το κάτι να είναι το κράτος… μοιραία, αφού κανείς δεν προσπάθησε για το καλύτερο που μπορούσε, ο τόπος παραπαίει. Τόση είναι μάλιστα η πτώση, που ακόμα και όλα τα τρισεκατομμύρια του πλανήτη να μας δοθούν, με κάποιον απίθανο τρόπο, εμείς θα καταφέρουμε πάλι να είμαστε άφραγκοι και καταταλαιπωρημένοι.
Γιατί έγινε το δημοψήφισμα; Τελικά, απ’ ό,τι φάνηκε και από την ψηφοφορία της 15ης Ιουλίου, το δημοψήφισμα έγινε για καθαρά ενδοκυβερνητικούς λόγους. Ο Πρωθυπουργός, βλέποντας ότι οι προτάσεις των δανειστών δεν επρόκειτο να περάσουν από τη Βουλή λόγω της στάσης της περίφημης «Αριστερής Πλατφόρμας» του κόμματος, προσπάθησε να αιφνιδιάσει τους πάντες, ποντάροντας στη νομιμοποίηση της διαπραγματευτικής του γραμμής κατευθείαν από τον λαό, μέσω της διεξαγωγής του δημοψηφίσματος.
Βέβαια, το εν λόγω δημοψήφισμα άργησε κάποια χρόνια (έπρεπε να γίνει πριν από το Καστελόριζο του ΓΑΠ) και αυτοϋπονομεύτηκε από τους τόνους της συσσωρευμένης δυστυχίας και αγανάκτησης των τελευταίων ετών. Ήταν φυσικό και επόμενο, ο κόσμος να πει «όχι». Τι άλλο θα έλεγε; Ποιος θα ήθελε το «ναι», όταν είναι από καιρό μπουχτισμένος από την παραζάλη της διγλωσσίας και του ήδη σκληρού ζυγού επί τον τράχηλο. Το «όχι» έδειχνε ως μια άψογη ευκαιρία αντίστασης. Ένα «φτάνει πια»! Εντέλει, το «όχι» έγινε το χειρότερο δυνατό «ναι» και μαζί με αυτό το «ναι» εξαερώθηκε και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός. Οι ελπίδες του, για αιφνιδιασμό και επέλαση με το δίκαιο του λαού μέσα στη Βουλή των Ελλήνων αλλά και στην Ευρώπη, έπεσαν στο κενό.
Τελικά, και νέο μνημόνιο πήρε (που ήταν το μόνο βέβαιο και κακώς δεν έγινε ξεκάθαρο στον κόσμο) και την ισχυρή κυβέρνησή του διέσπασε. Άτακτη υποχώρηση σε όλα τα επίπεδα. Μπορεί ο ίδιος να ευαγγελίζεται ότι δεν δραπετεύει από τις ευθύνες του, εντούτοις, όλοι γνωρίζουμε ότι η ήττα είναι βαριά.
Νομίζω ότι πρέπει ετούτη τη δύσκολη ώρα να αποφασίσουμε τι θέλουμε. Δεν είναι δυνατόν να εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι φταίνε πάντα μόνο οι άλλοι και εμείς όχι. Δεν γίνεται να μας φταίνε πάντα οι Αμερικανοί, το ΔΝΤ, η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι Θεσμοί και ούτε κι εγώ ξέρω ποιος άλλος. Εμείς φταίμε; Δεν προσπαθώ να ισχυριστώ ότι δεν υπάρχει αισχροκέρδεια και κυνισμός στους άνωθεν αναφερθέντες. Ασφαλώς υπάρχει.
Υπάρχει όμως και μια κακοδιαχείριση δεκαετιών, με τη σιωπή και την ανοχή των περισσοτέρων από εμάς. Το 1922, η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν ένα κινούμενο πτώμα κι εμείς, πάνοπλοι και πολύ ισχυροί. Το αποτέλεσμα, όμως, της μικρασιατικής εκστρατείας όλοι το γνωρίζουμε. Έστω κι αν το μεγαλύτερο μέρος της πανωλεθρίας οφείλεται στον δικό μας διχασμό, η ιστορία αναγνωρίζει στον Κεμάλ τη σπουδαία πολιτική που ακολούθησε. Μέσω αυτής της παμπόνηρης διπλωματίας και χάρη στην ωμή βία, η Οθωμανική Αυτοκρατορία νεκραναστήθηκε.
Δεν προτείνω, βέβαια, να εφαρμόσουμε κι εμείς τις βάρβαρες μεθόδους του σταχτή λύκου, αλλά ώς πότε θα το παίζουμε καλοί Σαμαρείτες, ενώ στην πραγματικότητα είμαστε πιο μωροί κι από τις μωρές παρθένες; Οι λαοί έχουν τεράστια δύναμη μέσα τους. Πόσω μάλλον εμείς, που τόσα λαμπρά και υπέροχα έχουμε να επιδείξουμε. Κάτι πήγε πολύ λάθος τα τελευταία 40 χρόνια. Κάτι που κατάφερε να αποδεκατίσει τα μέγιστα των προτερημάτων μας. Αυτά δεν είναι άλλα από τη συλλογικότητα, την αλληλοβοήθεια (εκείνο το πανέμορφο «κράτα με να σε κρατώ ν’ ανεβούμε το βουνό») και προπάντων την εσωτερική ανάγκη να είμαστε άνθρωποι της εντιμότητας. Πολυμήχανοι, εξακολουθούμε να είμαστε. Πολυμήχανοι και κακοκέφαλοι ταυτόχρονα… δίδυμο θανατηφόρο, σε μια γειτονιά που θα αποτελέσει σύντομα θέατρο ποικίλων συγκρούσεων ανάμεσα στους αντιμαχόμενους γεωπολιτικούς πόλους του πλανήτη.
Τα δεδομένα μας είναι τα μνημόνια και οι πολιτικές της λιτότητας. Εάν το χωνέψουμε αυτό, με ταυτόχρονη συνειδητοποίηση των δικών μας ευθυνών, θα βρούμε τη δύναμη να προβούμε, επιτέλους, σε πραγματικές πολιτικές δράσεις, που θα οδηγούν προς την αυτοβελτίωσή μας. Μερικές από αυτές τις δράσεις θα μπορούσαν να είναι:
α) η πραγματική ενίσχυση της εγχώριας αγροτικής παραγωγής και ο αυστηρός έλεγχος κατά τη χορήγηση των επιδοτήσεων,
β) ο περιορισμός των εισαγωγών,
γ) η εκμετάλλευση των φυσικών μας πόρων και των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας,
δ) η παρακίνηση (ίσως και με υποχρεωτικό τρόπο και πάντοτε μετ’ αμοιβής) ανέργων να εργαστούν, μέχρι να βρουν δουλειά, σε τομείς της οικονομίας που απασχολούνται αλλοδαποί,
ε) η εξασφάλιση πιο ουσιαστικής συνδρομής των εταίρων μας για περιορισμό της λαθρομετανάστευσης και παραχωρήσεις που θα ελαφρύνουν το ήδη παρακμάζον σύστημα υγείας που φτάνει στα όριά του, λόγω της ασφυκτικής πίεσης που του ασκείται, και λόγω της περίθαλψης των πολυάριθμων νοσούντων μεταναστών, στ) ο εξορκισμός του φαντάσματος της φοροδιαφυγής,
ζ) πολλά ακόμα μέτρα που σίγουρα μπορούν να εφαρμοστούν εφόσον υπάρχει η θέληση και η κατάλληλη διαπραγματευτική τακτική.
Τα τελευταία χρόνια, έχουμε φτάσει στα όριά μας. Η ιστορία μας διδάσκει ότι όταν συμβαίνει αυτό, ακολουθούν οδυνηρές συρρικνώσεις. Μια νέα συρρίκνωση, σε αυτήν τη χρονική περίοδο, δεδομένων και των έντονων δημογραφικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε, ίσως να οδηγήσει σε μια εθνική ήττα, που δεν θα έχει ως λάφυρο τα ευρώ ή τα ομόλογά μας. Ίσως, η νέα ήττα, να διεκδικήσει ακόμα και αυτήν την ύπαρξή μας ως Έθνος.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ
Βιολόγος και συγγραφέας, [email protected]




