Πέρασαν κιόλας σαράντα ένα χρόνια. Ήταν εκείνο το μαύρο πρωινό του Ιούλη. Δεκαπέντε του Ιούλη λοιπόν. Όπως και τότε έτσι και προχθές. Τίποτα το ασυνήθιστο μέχρι στιγμής. Φαινόταν ένα ήσυχο πρωινό. Λίγη ώρα αργότερα όμως… θ’ άρχιζε το οδοιπορικό μιας τραγωδίας. Έλληνες έστρεψαν τα όπλα εναντίον Ελλήνων. Συντρίμμια, αδελφικό αίμα, εμφύλιος. Το ξεκίνημα των μεγάλων δεινών! Και η ιστορία επαναλαμβάνεται. Μια ζωή το σαράκι της διχόνοιας. Στ’ αλήθεια, τι θα απογίνουμε χωρίς βαρβάρους! Λες και το είχαν προβλέψει, λες και το είχαν προγραμματίσει.
Ανοίγω αμέριμνος το ραδιόφωνο. Μετέδιδε το πουκάμισο το θαλασσί του Νταλάρα. Αλίμονο όμως! Σε λίγο σιωπή. Και έπειτα εμβατήρια. Για κάποιους ήσαν τα εμβατήρια της νίκης. Για άλλους, όμως, τους πλείστους ήσαν τα εμβατήρια της συμφοράς.
Οι φυλακές άνοιξαν. Όλοι έξω στους δρόμους. Θάνατος στους Μακαριακούς, θάνατος στους κομμουνιστές, θάνατος στους βασανιστές μας, ούρλιαζε μαινόμενο μεσοστρατίς το πλήθος. «Και επιχαίρουν οι Τούρκοι και επιχαίρουν οι εχθροί της Κύπρου, διότι βρήκαν απροσδόκητο σύμμαχο εις την ΕΟΚΑ Β΄». Λόγια προφητικά διά στόματος του Εθνάρχη Μακαρίου, έναν περίπου χρόνο πρωτύτερα. Ένα χρόνο πριν από το καλοκαίρι της συμφοράς. Στ΄ αλήθεια, πόσο δικαιώθηκε. Ήταν δεν ήταν δεκαπέντε του Ιούλη του χίλια εννιακόσια τίποτα. Ολόκληρη η πόλη εψήνετο μες στο καμίνι του καλοκαιριού. Παντού ερημιά. Όλοι σε κατ' οίκον περιορισμό. Η αγωνία, ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους.
Ξάφνου τη σιωπή σταμάτησε ένας θόρυβος. Ήταν οι ερπύστριες των τανκς. Αρχίζουν πάλι οι φωνές. Κάποιοι εξ ημών αναθάρρεψαν, βγήκαν έξω στους δρόμους πανηγυρίζοντας. Κόμπαζαν στη θέα των τανκς. Άλλοι φώναζαν «Χριστός Ανέστη, θα γίνει επιτέλους η Ένωση». Αλίμονο όμως (!) γιατί; Διότι ήταν η απαρχή ενός δράματος, το ξεκίνημα των μεγάλων δεινών. Και τότε έγινε το σώσε. Και τότε έγινε πανζουρλισμός. Λες και χάλασε ο κόσμος.
Ήταν το αγριεμένο πλήθος που ούρλιαζε από μίσος αλλά και ανακούφιση. Θάνατος στους Μακαριακούς λοιπόν, θάνατος στους βασανιστές μας. Όντως, μερικοί εξ αυτών έφεραν εμφανώς τα σημάδια της κακοποίησης. Από ποιους; Όχι πάντως απ' τον προαιώνιο εχθρό, τον Τούρκο, αλλά απ' τους απέναντι. Από τους δήθεν Μακαριακούς της κακιάς ώρας. Τόσος πόνος, τόσο μίσος, τόσο αίμα! Γιατί, Θεέ μου, γιατί.
Θόλωσε το μυαλό και των μεν και των δε. Άλλοι επιτιθέμενοι και άλλοι αμυνόμενοι. Έτσι τόσο απλά, τόσο απλά λοιπόν για ένα πουκάμισο αδειανό. Ο ήλιος έγερνε προς τη δύση του. Ποιος τολμούσε όμως ν' αγναντέψει το ηλιοβασίλεμα! Πού χρόνος για τέτοιες «πολυτέλειες».
Βράδιασε, όλοι ταμπουρωμένοι στα σπίτια τους. Έξω στους δρόμους, χαλασμός κυρίου. Σχεδόν σε κάθε προάστιο της πόλης, οδομαχίες. Σαν μανιασμένα τα λαντρόβερ πηγαινοέρχονταν. Πυροβολισμοί, κροταλίσματα, στοίχειωναν το όλο σκηνικό, συνταράσσοντας τη γαλήνη της νύκτας. Μιας αλλόκοτης νύκτας. Η απαρχή ενός δράματος. Το αποκορύφωμα ενός φρικιαστικού αδελφοκτόνου πολέμου. Κάτι σαν ξεχειλισμένο ηφαίστειο που σιγόκαιε για χρόνια, το απόγειο της βίας, το απόγειο του παραλογισμού και της παράνοιας.
Η κορύφωση της παράνοιας και της τρέλας του Ιωαννίδη και των πέριξ αυτών. Σαν μια εισαγόμενη εξ Ελλάδος δικτατορία. Συντρίμμια, αδελφικό αίμα, εμφύλιος, το ξεκίνημα των μεγάλων δεινών. Έτσι τόσο απλά, τόσο απλά, για ένα πουκάμισο αδειανό. Το σαράκι του διχασμού, που κατατρώει τον Έλληνα από αρχαιοτάτων χρόνων ίσαμε τις μέρες μας. Έτσι απλά, λοιπόν, για ένα πουκάμισο αδειανό. Λες και το είχαν προβλέψει, λες και το είχαν εκ προοιμίου προγραμματίσει! Ποτέ, μα ποτέ πια διχασμός!
ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΩΚΑ




