Στις 13 Ιουνίου οργανώθηκε από τον Νεοκυπριακό Σύνδεσμο και το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας συνέδριο με κύριο θέμα τη Συλλογική Κυπριακή Ταυτότητα. Στο συνέδριο έγινε μια ενδιαφέρουσα σειρά παρουσιάσεων και αναπτύχθηκε διάλογος γύρω από το κοινωνικό -πολιτικό θέμα των παραγόντων που θα μπορούσαν να συμβάλουν στη διαμόρφωση μιας τέτοιας ταυτότητας, που να μπορεί να στηρίξει μια μόνιμη επίλυση του Κυπριακού.

Σημείο αναφοράς των ομιλητών ήταν τα ευρήματα μιας σχετικά πρόσφατης έρευνας κοινής γνώμης ανάμεσα στην ε/κ και στην τ/κ κοινότητα που διοργάνωσε ο Νεοκυπριακός Σύνδεσμος, της οποίας τα αποτελέσματα της πρώτης φάσης ανακοινώθηκαν τον περασμένο Φεβρουάριο. Τα συναφή αποτελέσματα της έρευνας, αλλά και τις προεκτάσεις τους, παρουσίασαν ο Νίκος Περιστιάνης και οι Τουρκοκύπριοι Hakan Karahasan και Basak Ekenoglu.

Τον πολιτικό προβληματισμό όπως τον συνδιαμορφώνουν οι πρόσφατες εξελίξεις με την εκλογή του Μουσταφά Ακιντζί διερμήνευσε ο Τάκης Κονής, ενώ τις προοπτικές για το μέλλον και για τον ρόλο των πολιτικών κομμάτων, κινήσεων και άλλων παραγόντων συζήτησαν οι Σταύρος Μαλάς και Ρένα Χόπλαρου. Πιο κάτω καταγράφω μερικά από τα ενδιαφέροντα θέματα προβληματισμού που αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια του συνεδρίου.

Από τα κύρια ευρήματα της έρευνας που χρησιμοποίησαν οι ομιλητές/συζητητές για να αναπτύξουν τις απόψεις και θέσεις τους ήσαν: Αισθάνονται: «Κύπριοι», Ε/κ 48%, Τ/κ 88%. «Κύπριοι και Έλληνες», 43%. «Κύπριοι και Τούρκοι», 6%. Στο ερώτημα «πόσο χρήσιμη θα ήταν η καλλιέργεια μιας κυπριακής ταυτότητας», απάντησαν θετικά Ε/κ 67%, Τ/κ 80%. Και στο ερώτημα για τη λύση της Ομοσπονδίας: «μια σχετικά καλή λύση με πολλά όμως προβλήματα», Ε/κ 20%, Τ/κ 54%, «αναγκαίο κακό», Ε/κ 32%, Τ/κ 7%.

Υποδείχθηκε επίσης ότι τα κύρια προβλήματα που θα πρέπει να υπερπηδηθούν για να μπορέσουν να αποδώσουν οι προσπάθειες για καλλιέργεια μιας κοινής κυπριακής ταυτότητας είναι, ανάμεσα σε άλλα, και το γεγονός ότι οι δύο κοινότητες ζουν χωριστά η μια από την άλλη για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς και η αβεβαιότητα για το αν θα μπορέσουμε τελικά να ζήσουμε ειρηνικά κάτω από την ίδια κρατική στέγη.

Αναφέρθηκε, επίσης, ως αρνητικός παράγοντας η κομματική εσωστρέφεια που θα προκληθεί από το γεγονός ότι στην ε/κ πλευρά είναι προγραμματισμένες βουλευτικές εκλογές τον προσεχή Μάιο. Ως θετικός παράγοντας θεωρήθηκε η αυξανόμενη τάση, τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα ανάμεσα στην ε/κ κοινότητα, για ένα «κυπριακό» κράτος σε αντιπαραβολή με παλαιότερα χρόνια, κατά τα οποία το «κυπριακό» κράτος ήταν αποδεκτό ως μια μεταβατική αναγκαιότητα.

Παράλληλα, και σε σχέση με την τ/κ κοινότητα, αναλύθηκε το γεγονός ότι η αυξημένη αποδοχή για μια κυπριακή ταυτότητα και για ένα κυπριακό κράτος απεξαρτημένο από τη «μητέρα πατρίδα» είχε σημαντικά σκαμπανεβάσματα, ανάλογα με την προοπτική για λύση (βλ. Σχέδιο Ανάν» καθώς και από τη στάση που τηρεί η ελληνοκυπριακή κοινότητα για μια λύση). Υποδείχθηκε, συναφώς, και η θετική ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε με την εκλογή του Μουσταφά Ακιντζί, καθώς και το γεγονός ότι στην τ/κ κοινότητα ο παράγων «λαϊκή εντολή», όπως εκφράσθηκε πρόσφατα, υπερισχύει των σκοπιμοτήτων των πολιτικών κομμάτων.

Σημαντική συνεισφορά στον γενικό προβληματισμό ήταν το ερώτημα αν, με βάση τους παραδοσιακούς εθνικο-κοινοτικούς παράγοντες (καταγωγή, θρησκεία, γλώσσα κ.λπ.), που χαρακτηρίζουν κατά ξεχωριστό τρόπο την κάθε μια από τις δύο μεγάλες κοινότητες του κυπριακού λαού, θα μπορούσαμε να πετύχουμε να χτίσουμε τελικά μια ενιαία «πολυεθνική/πολυπολιτισμική» κυπριακή ταυτότητα, στην περίπτωση που θα βρεθεί μια λύση, η οποία θα επανενώνει τη χώρα και τον λαό.

Η υπαλλακτική τοποθέτηση ήταν ότι θα είναι στρατηγικά πιο σημαντικό και πιο μόνιμο μακροπρόθεσμα αν επιδιώξουμε να χτίσουμε μια «πολιτική» ταυτότητα στη βάση του σεβασμού του νέου κρατικού σχήματος, αυτού της Ομοσπονδίας, με συστατικά: το «Κράτος» μας, το «Σύνταγμά» μας, «τον σεβασμό προς τον Νόμο και την Τάξη». Δηλαδή στη βάση ενός «Κρατικού Πατριωτισμού». Η επιλογή, επομένως, θα είναι: Να επιδιώξουμε να χτίσουμε μια ενιαία κυπριακή ταυτότητα στη βάση του «ποιοι είμαστε» ή του «ποιοι θέλουμε να είμαστε»;

Στη συζήτηση υποδείχθηκε πως χρειάζεται να εμπλακεί ενεργά και η νέα γενιά, με κοινά προγράμματα εργασίας μεταξύ των σχολείων και με ανοικτές συζητήσεις για τους εκατέρωθεν φόβους και τις κοινές προοπτικές. Επεξηγήθηκε, τελικά, ο ρόλος που έχουν να διαδραματίσουν τα πολιτικά κόμματα, οι ΜΚΟ, οι επιχειρηματικές και οι επαγγελματικές οργανώσεις, οι εκπαιδευτικοί, καθώς και οι θρησκευτικοί αρχηγοί και των δύο κοινοτήτων, στην καλλιέργεια μιας αποτελεσματικής συλλογικής κυπριακής ταυτότητας.

ΔΡ ΓΙΩΡΓΟΣ Δ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ
[email protected]