Η απάντηση στο ερώτημα που απασχολεί τον κόσμο μας για το ποια λύση θα πρέπει να προωθηθεί στο Κυπριακό, υπό τις ιδιάζουσες συνθήκες στις οποίες βρισκόμαστε εδώ και σαράντα τόσα χρόνια, εξαρτάται από το περιεχόμενό της. Έχω κι άλλοτε ασχοληθεί με τη λύση του Κυπριακού με το «σωστό περιεχόμενο», όπως από αρκετά χρόνια τώρα επικράτησε ο όρος. Είναι πάνω στις παραμέτρους λύσης του προβλήματος που έπρεπε όλοι να επικεντρωθούμε, ώστε να βρούμε τη σωστή λύση και για να πείσουμε ότι επιδιώκουμε μια λύση εφικτή και δίκαιη.
Να επιστρατεύσουμε όλους τους ειδικούς, ντόπιους και ξένους, για να συστηματοποιήσουμε πιο ατράνταχτη την επιχειρηματολογία μας για τις θέσεις μας. Σήμερα θα προσπαθήσω να κάνω μια σύνοψη των σωστών, κατά τη γνώμη μου, θέσεων κι επιχειρημάτων πάνω σε κύριες πτυχές της λύσης, που είμαι βέβαιος ότι θα μπορούσαν να ενισχυθούν με πρόσθετα επιχειρήματα, καθώς και να επεκταθούν και σε άλλες. Λόγω χώρου θα περιοριστώ σε ορισμένες πτυχές μόνο. Αναμένω όμως κι άλλους να κάνουν το ίδιο. Ιδιαίτερα αναμένω τα Κόμματα να έχουν ξεκαθαρίσει ήδη τις θέσεις τους πάνω στις διάφορες πτυχές λύσης του Κυπριακού.
Η Κύπρος, μια μικρή έως μεσαίου μεγέθους πόλη της Ευρώπης από πλευράς πληθυσμού κι έκτασης, δεν μπορεί να είναι βιώσιμη πάνω στην πρώτη Συμφωνία Κορυφής του 1977, που αναφέρετο στη βιωσιμότητα και παραγωγικότητα ως βάση για καθορισμό της έκτασης κάτω από τη δικαιοδοσία των δύο πλευρών. Ολόκληρη η Κύπρος αντιμετωπίζει πρόβλημα βιωσιμότητας λόγω μεγέθους (π.χ. πιο ακριβά καύσιμα, πιο ακριβά φάρμακα, πιο ακριβές δημόσιες υπηρεσίες). Πώς θα είναι βιώσιμη, όταν μοιραστεί κι άλλο σε δύο «κρατίδια» με ξεχωριστή οντότητα (τρεις και τέσσερεις σειρές απ’ όλα, κυβερνήσεις, Βουλές, δικαστήρια...);
Εδώ δεν μπορέσαμε ακόμη να αντιμετωπίσουμε το λάθος που έγινε με τις πολλές Αρχές Τοπικής Αυτοδιοίκησης που δημιουργήσαμε. Πώς θα μπορέσουμε να συντηρήσουμε ένα αδηφάγο υπερσύστημα διακυβέρνησης, δύο «κρατίδια», αν δεν προσέξουμε να υιοθετήσουμε ένα σύστημα πιο κοντά στο ενιαίο κράτος, όπως διαλαμβάνεται στις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου και τις εμπειρίες που αποκομίσαμε τότε; Η Κεντρική Κυβέρνηση θα πρέπει να έχει όλες τις εξουσίες σε θέματα που άπτονται της βιωσιμότητας και αποτελεσματικότητας ολόκληρης της Κύπρου.
Οι εξουσίες και οι αρμοδιότητες των συνιστώντων «κρατιδίων» θα πρέπει να είναι εκείνες μιας αναβαθμισμένης Αρχής Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Όλες οι κύριες εξουσίες διακυβέρνησης θα ανάγονται στην Κεντρική Κυβέρνηση, στην οποία θα συμμετέχουν οι δύο Κοινότητες, ανάλογα με την πληθυσμιακή αναλογία τους πριν από την εισβολή.
Εφόσον, λοιπόν, δεν τίθεται θέμα βιωσιμότητας των δύο «κρατιδίων», γιατί κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο, η μόνη βάση πάνω στην οποία θα πρέπει να ρυθμιστεί το θέμα της έκτασής τους, το εδαφικό, δεν μπορεί να είναι άλλη από την αναλογία ιδιοκτησίας γης των δύο, Ε/κυπρίων και Τ/κυπρίων, πριν από την εισβολή. Αυτό θα λύσει σε μεγάλο βαθμό και το άλλο επίμαχο θέμα, εκείνο της επιστροφής των εκτοπισθέντων στα σπίτια και τις περιουσίες τους.
Αλλά κι οι υπόλοιποι πρόσφυγες, Ε/κύπριοι και Τ/κύπριοι, μπορούν να επιστρέψουν στα σπίτια και τις περιουσίες τους υπό τ/κυπριακή ή ε/κυπριακή διοίκηση αντίστοιχα. Δεν μπορεί άλλωστε σε μια χώρα της ΕΕ να υπάρχουν περιορισμοί στις τρεις βασικές ελευθερίες, διακίνησης, εγκατάστασης και ιδιοκτησίας περιουσιών. Μπορεί να χρειαστεί κάποιος χρόνος προετοιμασίας για να κτιστούν νέα σπίτια ή να επισκευαστούν τα παλιά ή να ξεκαθαρίσουν κάποια θέματα δικαιωμάτων που δημιουργήθηκαν στο μεταξύ, κάτι που λεπτομερώς πρέπει να διαλαμβάνεται στη συμφωνία λύσης για να λειτουργήσει το σύστημα ομαλά.
Εδώ θα χρειαστούμε σημαντική εξωτερική βοήθεια, τόσο για όσους επιστρέψουν όσο και για όσους θα πρέπει να αποζημιωθούν, αλλά και για την εκτέλεση έργων ενιαιοποίησης και πάλι της χώρας, την οποία θα πρέπει να μελετήσουμε και διεκδικήσουμε ως μέρος της λύσης.
Τέλος, θα πρέπει να μεθοδευτεί και να καλλιεργηθεί η στάση της ΕΕ κι άλλων ισχυρών κρατών καθώς και των Ην. Εθνών στην υιοθέτηση των πιο πάνω βασικών αρχών της λύσης. Η ανάμειξη της ΕΕ στο Σχέδιο Ανάν ήταν όχι μόνο αποκαρδιωτική αλλά κι επιβλαβής. Ο περιβόητος Φερχόιγκεν, εκπρόσωπός της στις διαπραγματεύσεις, ένιψε τας χείρας του τονίζοντας ότι η ΕΕ θα υιοθετούσε οποιαδήποτε λύση στην οποία θα κατέληγαν τα μέρη ως πρωτογενές δίκαιό της.
Η ΕΕ αποποιήθηκε τότε οποιαδήποτε ευθύνη εφαρμογής των αρχών κι αξιών της, προς μεγάλη απογοήτευση όλων από μας, που πιστέψαμε πως η σωτηρία της Κύπρου βρίσκεται στην ένταξή της σ’ αυτή. Η ΕΕ θα πρέπει να πειστεί ότι κάτι τέτοιο δεν θα πρέπει να ξαναγίνει. Όχι μόνο γιατί οι ευρωπαϊκές αρχές και αξίες δεν πρέπει να παραβιάζονται περιπτωσιακά και μάλιστα εκβιαστικά, αλλά και γιατί κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε, με αφορμή την Κύπρο, μελλοντικά τεράστια προβλήματα στην ίδια την ΕΕ, τα οποία πρέπει να επισημάνουμε προς πάσα κατεύθυνση.
Τι θα γίνει με τις χώρες της ΕΕ, που έχουν ανάλογα μειονοτικά προβλήματα με μας, εάν κάθε αποσχιστική ομάδα ζητήσει να έχει ανεξάρτητο καθεστώς; Ήδη αρκετές χώρες της ΕΕ (Ισπανία, Βρετανία, Βέλγιο) αντιμετωπίζουν ανάλογες καταστάσεις, ενώ μειονοτικά προβλήματα κυοφορούνται κι αλλού. Η λύση που θα δοθεί στην περίπτωση της Κύπρου, όπως προσπαθήσαμε να περιγράψουμε πιο πάνω, θα μπορούσε κατ’ αναλογία να εφαρμοστεί κι αλλαχού. Οι ταγοί της ΕΕ θα πρέπει έγκαιρα να μεριμνήσουν γι’ αυτό.
ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός,
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού,
www.iacovosaristidou.com




