Ο φίλος ποιητής Πιερής Κουτσόφτας μού απέστειλε πρόσφατα την τρίτη ποιητική του συλλογή - προηγήθηκαν οι δύο συλλογές του: «Στ’ αγνάρκα της Μεσαρκάς», το 2000, «Τα ψιχούδκια μου στο νάμαν της ειρήνης» το 2004 και δέκα χρόνια μετά η παρούσα ποιητική του συλλογή: «Οι πνοές τζαι μαλαές των ριζών μας».

Το πεντάπτυχο των προβληματισμών του ποιητή εδράζεται: στην έξαρση του πνεύματος του ηρωισμού και της αυτοθυσίας των αγωνιστών του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ, την αγωνιστικότητα για την προάσπιση του δικαίου, τη λατρευτική του προσέγγιση στη Μεσαριά, τον πόνο της προσφυγιάς και το πανίερο αίτημα της επιστροφής και τον καταλυτικό πόνο για τον άδικο χαμό του δεκαεπτάχρονου παιδιού του.

Ο στίχος του ποιητή, γραμμένος στον παραδοσιακό, γλυκύτατο και απέθαντο δεκαπεντασύλλαβο μ’ ομοιοκαταληξία ανά διστιχία, είναι αποδομένος σε μια χυμώδη, χειμαρρώδη, νευρώδη, πλουσιότατη κυπριακή -εδραζόμενη βασικά στη μεσαρίτικη και κατ’ εξοχήν στην κοκκινοχωρίτικη- φωνή και αξιοποιεί και κατ’ ακολουθίαν διασώζει το κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα από την αναπόδραστη τροχιά της έκλειψης και της υποκατάστασής του από την πανελλήνια δημοτική.

Ο Πιερής, άριστος επανατονίζεται, χειριστής του κυπριακού γλωσσικού ιδιώματος (και δη του μεσαρίτικου/ κοκκινοχωρίτικου) είναι εγκρατέστατος των σχετικών κανόνων της Κυπριακής, που τους κωδικοποιεί ο άριστος γνώστης της Κυπριακής Κυριάκος Χατζηιωάννου, τους οποίους παραθέτει, μάλιστα, στην παρούσα έκδοσή του.

Ο Π.Κ., πρόσφυγας από την Περιστερωνοπηγή της Αμμοχώστου και τώρα -μετά την πραγματική στην προσφυγιά οδυσσειακή του περιδίνηση- κάτοικος Λεμεσού, με το χυμώδες ποιητικό του έργο, αναδείχνεται σ’ έναν πανάξιο ποιητή, εξαίρετο εκφραστή της κυπριακής διαλέκτου και εφάμιλλο των πρωτοκλασάτων στην Κυπριακή ποιητών μας, όπως του Παύλου Λιασίδη -Μεσαρίτης, άλλωστε, ήτανε κι αυτός- και άλλων. Το έργο του εν ολίγοις συνιστά ένα πραγματικό θησαυροφυλάκιο της κυπριακής διαλέκτου. Του ευχόμαστε να συνεχίσει να διακονεί την κυπριακή γραμματεία με την ίδια ευσυνειδησία, το πάθος και το ύφος για πολλά χρόνια ακόμα.