Το δημοψήφισμα που λαμβάνει χώρα σήμερα στην Ελλάδα είναι απολύτως ανώφελο, άτοπο και επιζήμιο. Η χώρα δεν χρειαζόταν τούτη την ώρα δημοψήφισμα, παρά μόνο συμφωνία με τους δανειστές. Η κυβέρνηση είχε όλη τη δυνατότητα και τον χρόνο, είχε κάνει όλες εκείνες τις κινήσεις της αξιοποίησης του γεωπολιτικού της ρόλου για να μπορέσει να εξισορροπήσει τη δύναμη των θεσμών και να επιτύχει ένα καλό αποτέλεσμα για την Ελλάδα. Σήμερα οδηγούμεθα σε μιαν αντιπαράθεση για το «ναι» ή το «όχι» στα όρια του διχασμού, χωρίς να υπάρχει η προοπτική ενίσχυσης της θέσης μας από το δημοψήφισμα την επόμενη ημέρα. Αντιθέτως, ό,τι και να αποφασίσει ο λαός, η θέση θα εκκινήσει από ένα αρνητικότερο από πριν σημείο.
Η επόμενη μέρα του δημοψηφίσματος είναι κρίσιμη ως προς τρία βασικά ζητήματα, που απασχολούν ήδη την ελληνική κοινωνία. Το πρώτο είναι ζωτικής σημασίας για την ικανότητα του λαού, της κοινωνίας και των πολιτικών δυνάμεων να υπερβούν την κρίση και να συμβάλουν στην κοινωνικοοικονομική και πολιτική ανάκαμψη της χώρας, και που παραπέμπει σε ένα σαφές πολιτισμικό δεδομένο, την ενότητα, την αποφυγή της διχόνοιας και της ανώφελης σύγκρουσης των διαφόρων παρατάξεων, που κατά τρόπο θεμιτό διαμορφώθηκαν ως αντιτιθέμενες απόψεις, δυνάμεις, πολιτικές κατευθύνσεις στη διάρκεια της πολιτικής αντιπαράθεσης για το «ναι» ή το «όχι» στο δημοψήφισμα.
Φυσικά είναι απολύτως θεμιτή και επιβεβλημένη στη δημοκρατία η διαφοροποίηση απόψεων και οι ιδεολογικοπολιτικές αντιθέσεις στα διάφορα ζητήματα που απασχολούν τη χώρα και τον λαό, διότι μέσα από την αντίθεση διαμορφώνεται μια δημοκρατική διαδικασία σύνθεσης. Όμως, επειδή εμείς οι Έλληνες είμαστε εθισμένοι στην άναρχη σύγκρουση που φτάνει στα όρια του διχασμού, πρέπει να μάθουμε να αντιπαρατιθέμεθα με κανόνες, με αρχές, να σεβόμαστε την αξία της άλλης άποψης και να επιδιώκουμε τη συναίνεση και τη συνεννόηση επ' αγαθώ του εθνικού και δημόσιου συμφέροντος της χώρας και του κοινού καλού. Αυτό είναι το ένα ζήτημα, το οποίο σήμερα και αύριο, τις επόμενες ημέρες, από το δημοψήφισμα που θα αφήσουμε πίσω μας, θα πρέπει να μας απασχολήσει με την έννοια της συνεννόησης και της συνέργειας, με στόχο την ανάσταση της χώρας, η οποία βρίσκεται σε συνθήκες βαθιάς και απειλητικής για το μέλλον του τόπου κρίσης.
Η συνέργεια των ανθρώπων προϋποθέτει τη συναίνεση των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων του τόπου σε βασικά ζητήματα στρατηγικής, τώρα, την ώρα μηδέν, προκειμένου να αρχίσουμε να μετρούμε θετικά και να αθροίζουμε τα βήματα της χώρας προς τα εμπρός. Η κοινωνία και ο λαός έχουν ανάγκη να αρχίσουμε να αισθανόμαστε και πάλι περήφανοι και αξιοπρεπείς γι' αυτό που είμαστε, όχι μόνο ως παρελθόν, αλλά κυρίως ως μέλλον.
Το δεύτερο ζήτημα που πρέπει να μας απασχολήσει σήμερα για την επόμενη ημέρα είναι, ανεξαρτήτως του τι ψηφίζει ο καθένας, το θέμα της ζωτικής σημασίας για την επιβίωση της χώρας, του κράτους και του λαού, παραμονής της Ελλάδος στην ΕΕ και στην Ευρωζώνη. Θα επισημάνουμε μόνο τις διεθνοπολιτικές και γεωστρατηγικές συνέπειες μιας εξόδου της Ελλάδος από το ευρωπαϊκό σύστημα κρατών και τη νομισματική ένωση, που συνίστανται πρώτον στην αποδυνάμωση της χώρας ως παρουσίας στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια, εφόσον παύει να είναι μέρος μιας μεγάλης δύναμης, όπως η ΕΕ, η οποία της προσφέρει τη γεωστρατηγική αναβαθμισμένη δυνατότητα ως εταίρος της Ένωσης να ασκεί επιρροή στην κρίσιμη αυτή περιοχή του κόσμου. Αυτό έχει επιπτώσεις στην οικονομία, στον πολιτισμό και στην πολιτική επιρροή της χώρας στους άλλους λαούς. Εδώ σημειώνουμε τις θέσεις που πήραν για την κρίση οι φίλοι μας Κινέζοι και Ρώσοι, που μας είπαν πως η συνεργασία τους μαζί μας είναι αναγκαία και ζωτικής σημασίας, κυρίως στον βαθμό και εξαιτίας της συμμετοχής μας στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Το τρίτο ζήτημα είναι η οικονομία. Η Ελλάς ως μέλος της Ευρωζώνης, πέραν των μεγάλων πακέτων βοήθειας που λαμβάνει στο πλαίσιο της σύγκλισής της για την πορεία οικονομικής ανάπτυξής της, που αφορούν σε όλους τους τομείς της οικονομίας της χώρας, έχει μεγάλα πλεονεκτήματα σε ζητήματα όπως η παιδεία και η μετακίνηση φοιτητών, ακαδημαϊκών στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο, η στήριξη προγραμμάτων που αφορούν στην επιστήμη, στον πολιτισμό και σε άλλους τομείς κρίσιμους για την ανάπτυξη της χώρας και την ποιοτική αναβάθμιση της ζωής των ανθρώπων. Το τρίτο επίπεδο είναι η ασφάλεια. Βεβαίως η ΕΕ δεν προσφέρει ασφάλεια στη χώρα με την έννοια της στρατιωτικής υποστήριξης ή για την αμυντική διάρθρωση έναντι της οποιασδήποτε απειλής, αλλά προσφέρει και στο μέλλον θα μπορέσει να προσφέρει πολύ μεγαλύτερη υποστήριξη στα θέματα προστασίας συνόρων, κυρίως έναντι της κλιμακούμενης ραγδαίας και ανεξέλεγκτης μετακίνησης πληθυσμών και προσφύγων, που στην εποχή μας λαμβάνουν μορφή χιονοστιβάδας.
Τέλος, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε πως η Ελλάς είναι και παραμένει μέλος μιας μεγάλης πολιτικής οικογένειας κρατών. Η Ελλάδα έχει θέσεις και δυνατότητες να επηρεάσει την Ευρώπη για τη μεγάλη αλλαγή της Ευρώπης των αξιών και των αρχών, που ξεκίνησε πριν από μερικές δεκαετίες και σήμερα δείχνει να συρρικνώνεται. Όμως αυτό είναι το παιχνίδι που πρέπει να παίξει η χώρα μας μέσα στην Ευρώπη, λειτουργώντας εντός ως καταλύτης για το ευρωπαϊκό αύριο.
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Κοσμήτορας Σχολής Διεθνών Σπουδών, Επικοινωνίας και Πολιτισμού Παντείου Πανεπιστημίου
Έκτακτες ειδήσεις
Τα ακίνητα της εβδομάδας




