Ως γνωστόν, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) ιδρύθηκε το 1944 σε διεθνή διάσκεψη στο Bretton Woods, για ν' αποφευχθεί η επανάληψη των ανταγωνιστικών υποτιμήσεων των νομισμάτων που συνέβαλε στη μεγάλη κρίση στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Ο κύριος ιδρυτικός σκοπός του ΔΝΤ ήταν η διατήρηση της σταθερότητας του συστήματος των νομισματικών ισοτιμιών και των διεθνών πληρωμών, με το οποίο οι χώρες κι οι πολίτες συναλλάσσονται μεταξύ τους. Επειδή η διαμόρφωση των νομισματικών ισοτιμιών και συνεπώς κι ο χειρισμός τους δεν είναι ανεξάρτητα από την κατάσταση μιας οικονομίας, όπως εκφράζεται σε αριθμό μακροοικονομικών μεγεθών, κάτι που έπρεπε να ληφθεί υπόψη νωρίτερα, μόλις το 2012 άλλαξε η αρχική οδηγία του για να περιλάβει την παρακολούθηση όλων των μακροοικονομικών και νομισματικών θεμάτων, που έχουν επιπτώσεις στην παγκόσμια σταθερότητα.
Η καθυστερημένη αυτή αλλαγή φαίνεται δεν έχει επηρεάσει ακόμη τον τρόπο σκέψης κι εργασίας του ΔΝΤ, που παραμένει προσκολλημένο στην αρχική οδηγία της νομισματικής σταθερότητας. Δεν είναι παράξενο που ποτέ καμιά αντιπροσωπία του Ταμείου, που επισκεπτόταν την Κύπρο, ακόμη και μετά την εισβολή, δεν ζήτησε να έχει συνάντηση με το Γραφείο Προγραμματισμού, που αντιπροσώπευε την ανάπτυξη της οικονομίας.
Οι επαφές της ήταν μόνο με το Υπουργείο Οικονομικών και την Κεντρική Τράπεζα, που αντιπροσώπευαν τη σταθεροποίηση της οικονομίας. Οι επαφές μας ήταν πολύ στενές με τη Διεθνή Τράπεζα Αναπτύξεως για την εξασφάλιση χρηματοδότησης για αναπτυξιακά έργα/προγράμματα και για την ετοιμασία στρατηγικών σχεδίων ανάπτυξης της οικονομίας ή επιμέρους τομέων.
Συνεπώς δεν αποτελεί έκπληξη η στάση του ΔΝΤ στην περίπτωση του προγράμματος σταθεροποίησης της Ελλάδας και της Κύπρου. Αν και δεν τίθεται θέμα νομισματικών ισοτιμιών στις περιπτώσεις αυτές, μια και μιλούμε για κοινό νόμισμα, το ευρώ, οι εισηγήσεις του θα ήταν κατάλληλες για χώρες όπου το νόμισμά τους κατρακυλά και πρέπει να αποκατασταθεί ή σε περιπτώσεις άκρατου πληθωρισμού, όπου το κατάλληλο φάρμακο είναι ο περιορισμός της ζήτησης κι η σκληρή λιτότητα. Το πώς θα βγει, ιδιαίτερα η Ελλάδα από τη μιζέρια στην οποία την έχει οδηγήσει μέχρι τώρα η Τρόικα με τα Μνημόνιά της, αφήνεται στις ελληνικές καλένδες. Να περικόψετε κι άλλες δαπάνες, να ξεπληρώσετε με το υστέρημά σας τα χρέη σας και τότε, ως εκ θαύματος, θα αρχίσετε να ανακάμπτετε!
Έχω κι άλλοτε τονίσει ότι κάθε οικονομικό μέγεθος δεν έχει νόημα ανεξάρτητα από την κατάσταση μιας οικονομίας και προπαντός το στάδιο εξέλιξή της. Είναι γι’ αυτό που τα επιμέρους μεγέθη εκφράζονται συνήθως με ένα λόγο με αριθμητή το συγκεκριμένο μέγεθος και παρονομαστή το Ακαθάριστο Εγχώριο ή Εθνικό Προϊόν.
Έτσι έχει νόημα η κατάσταση στην οποία βρίσκεται το δημοσιονομικό έλλειμμα, το δημόσιο χρέος, κ.ο.κ. Εάν θέλουμε να μικράνουμε το κλάσμα είναι απλά μαθηματικά: είτε μειώνουμε τον αριθμητή είτε αυξάνουμε τον παρονομαστή είτε επενεργούμε και στους δυο όρους του κλάσματος ανάλογα. Η καλύτερη συνταγή είναι ένας συνδυασμός των δυο όταν υπάρχουν υπερβολές, που είναι μάλιστα ευκαιρία να ξεκαθαρίσουν, π.χ. περικοπές αχρείαστων δαπανών. Όμως κι η ενεργητική επενέργεια πάνω στον παρονομαστή δεν πρέπει να παραβλέπεται γιατί όχι μόνο οδηγεί προς την ίδια κατεύθυνση, αλλά αποτελεί σίγουρη και μόνιμη έξοδο από το αδιέξοδο.
Στην περίπτωση της Κύπρου, η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε με πρωταγωνιστή, είμαι βέβαιος, το ΔΝΤ, ήταν προσηλωμένη στη μείωση του αριθμητή, ενώ καμία πρόνοια δεν λήφθηκε για αύξηση του παρονομαστή. Η υποβόσκουσα δικαιολόγηση είναι «ας διορθώσουμε την κατάσταση με τα δημόσια οικονομικά και τα ελλείμματα των τραπεζών (επενέργεια πάνω στον αριθμητή) και τότε θα δημιουργηθούν οι συνθήκες για ανάπτυξη (επενέργεια πάνω στον παρονομαστή)». Και το ερώτημα είναι γιατί να μην επιχειρηθούν και τα δυο ταυτόχρονα;
Γιατί να φτάσουμε στον πάτο του υφεσιακού κύκλου με όλα τα συνεπακόλουθα της εξαθλίωσης, που συνεπάγεται. Δεν μπορούσε παράλληλα το Μνημόνιο να διαλαμβάνει την ετοιμασία ενός προγράμματος επαναδραστηριοποίησης της οικονομίας, πράγμα που και την ύφεση θα έκανε πιο υποφερτή και θα έθετε τις βάσεις για σίγουρη ανάπτυξη; Αλλά το ΔΝΤ επέβαλε τη μεθοδολογία του στην Ε.Ε., η οποία επίσης είναι άπειρη στα θέματα προγραμματισμού ανάπτυξης, για ιδεολογικούς και ιστορικούς λόγους. Γιατί σε τέτοιες περιπτώσεις δεν καλείται κι η Διεθνής Τράπεζα να συνδράμει στην όλη προσπάθεια;
Στην περίπτωση της Ελλάδας η ατυχής ανάμειξη του ΔΝΤ είναι ακόμη πιο εμφανής. Το ΔΝΤ εμφανίζεται μέχρι την τελευταία στιγμή να αναμειγνύεται ακόμη και σε καθαρά εσωτερικά ζητήματα, όπως πού θα επιβληθεί ή όχι έμμεση φορολογία. Κι ενώ η ελληνική πλευρά υπέβαλε, έστω με κάποια καθυστέρηση, προτάσεις για αύξηση εσόδων ή μείωση δαπανών και ανέμενε τη βοήθεια των θεσμών να ανταποκριθούν θετικά στο θέμα του μεγάλου δημόσιου χρέους, που τα προηγούμενα Μνημόνια δεν φρόντισαν να ελαφρύνουν ή να θέσουν τις βάσεις για ελάφρυνσή του, βρήκε παντελή αδιαφορία.
Κι όμως η λύση του αδιεξόδου βρίσκεται στη διευκόλυνση της ανάπτυξης της Ελλάδας. Οι ίδιοι οι θεσμοί θα πρέπει να αναλάβουν την επεξεργασία μαζί με τις ελληνικές Αρχές ενός Έκτακτου Σχεδίου Επαναδραστηριοποίησης, το οποίο να χρηματοδοτηθεί από τα υφιστάμενα χρηματοδοτικά σχέδια της Ε.Ε., της Κεντρικής Τράπεζας της Ευρώπης και του ΔΝΤ. Ασφαλώς το πρόγραμμα θα φροντίσει ώστε η Ελλάδα να μπορεί να ανταποκρίνεται στις υφιστάμενες υποχρεώσεις χωρίς να καταστρατηγείται η εφαρμογή του Σχεδίου.
ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός,
πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού




