Όπως πληροφορηθήκαμε, στα στρατηγικά σχέδια ανάπτυξης της κυπριακής οικονομίας υπάρχουν ευρωπαϊκά κονδύλια πέραν των 100 εκ. ευρώ γι' αύξηση της θαλάσσιας προσβασιμότητας της νήσου σε άλλους προορισμούς. Δεν ξέρουμε σε ποια έργα θα δαπανήσουν αυτά τα χρήματα οι φωστήρες του Υπουργείου Συγκοινωνιών και των συναρμοδίων δημοσίων υπηρεσιών. Αυτό που γνωρίζουμε πολύ καλώς και το οποίο βιώνουμε καθημερινά για δύο και πλέον δεκαετίες, είναι ότι οι Κύπριοι πολίτες δεν έχουν την ευχέρεια να ταξιδεύσουν μέσω θαλάσσης προς την Ελλάδα και γενικά στο εξωτερικό, παρά μόνον αεροπορικώς. Αυτή η ομηρία των πολιτών, οι οποίοι εξαναγκάζονται να ταξιδεύουν μόνον με αεροπλάνο, αν και βρίσκονται στο κέντρο της Μεσογείου Θαλάσσης, συνιστά έγκλημα της Πολιτείας σε βάρος της κυπριακής κοινωνίας.

Ο τέως υπουργός Συγκοινωνιών αείμνηστος Τ. Μητσόπουλος, αντιλαμβανόμενος τη στρατηγική, κοινωνική και οικονομική σημασία της θαλάσσιας σύνδεσης Ισραήλ-Κύπρου-Ελλάδας με τακτική επιβατική γραμμή, κατέβαλε συγκροτημένη προσπάθεια για να υλοποιηθεί αυτό το μεγαλεπήβολο όραμα. Τις προάλλες, κατά την επίσημη επίσκεψή του στο Ισραήλ, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανέφερε ότι στις σκέψεις των δύο κυβερνήσεων, στο πλαίσιο της οικοδομούμενης πολύπλευρης συνεργασίας τους, είναι η θαλάσσια σύνδεση Κύπρου-Ισραήλ με ταχύπλοα τύπου «Καταμαράν». Πιστεύουμε βαθύτατα ότι το θέμα είναι πολύ σοβαρό και άπτεται των μεγάλων συμφερόντων των δύο γειτονικών χωρών, οι οποίες, εν μέσω πολιτικών καταιγίδων και κατακλυσμιαίων γεωστρατηγικών ανακατατάξεων στην εύφλεκτη περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου και της Μ. Ανατολής, προσπαθούν να θωρακίσουν τις εθνικές τους επιδιώξεις μέσω διμερών συμφωνιών.

Για τους πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας και δη για τον κυπριακό Ελληνισμό, το αίτημα για θαλάσσια σύνδεση Κύπρου-Ελλάδας είναι άρρηκτα συνυφασμένο με ζωτικούς κοινωνικούς, οικονομικούς, πολιτιστικούς, αλλά και εθνικούς λόγους που αφορούν την καθημερινή του διαβίωση και την ίδια την ύπαρξή του στη μητρώα γη, η οποία εξακολουθεί να κατέχεται κατά το ένα τρίτο από τον βάρβαρο «Αττίλα». Ταυτόχρονα, το όλο θέμα ταυτίζεται με τη χάραξη της ευρύτερης γεωστρατηγικής και οικονομικής προοπτικής του Ελληνισμού στη σημερινή νέα τάξη πραγμάτων, με αιχμή τον προωθούμενο άξονα Αιγύπτου-Ισραήλ-Κύπρου- Ελλάδας. Προς τούτο, πολύ εύστοχη θεωρείται η προφητική επισήμανση του τότε πρέσβη της Ελλάδας στη Λευκωσία Κ. Ροδουσάκη, στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ότι με την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, η μεγαλόνησος πρέπει να καταστεί μέσω των θαλάσσιων μεταφορών γεωστρατηγική γέφυρα της Μ. Ανατολής με την Ευρώπη.

Έχοντας αυτά τα καυτά νουν, φρονούμε ότι στη σημερινή εποχή των κατακλυσμιαίων γεωστρατηγικών μεταβολών στην ευρύτερη περιοχή της νοτιοανατολικής Μεσογείου και της Μ. Ανατολής, σε συνδυασμό με τον διαμορφούμενο ενεργειακό χάρτη, το θέμα προσλαμβάνει σοβαρότατες διαστάσεις, που αφορούν όχι μόνον την ισχυροποίηση των δεσμών των Ελλήνων της Κύπρου και της Μητρόπολης, αλλά και την εξυπηρέτηση ζωτικών εθνικών συμφερόντων.

Καλούμε, λοιπόν, την κυβέρνηση Ν. Αναστασιάδη να θέσει το νευραλγικό αυτό ζήτημα στις κορυφαίες προτεραιότητες της και με τις ανάλογες πολιτικές κινήσεις να αναγάγει το θέμα από τοπικό σε ευρωπαϊκό, προκειμένου η Κύπρος να μπει ξανά στον επιβατηγό χάρτη της Μεσογείου, με πολλαπλά οφέλη για τον τόπο αλλά και τους Ευρωπαίους εταίρους μας. Τώρα που υπάρχουν και τα σχετικά κονδύλια από τα ευρωπαϊκά ταμεία, η ευκαιρία δεν πρέπει να πάει χαμένη. Από την πλευρά του, ο νυν Υπουργός Συγκοινωνιών Μ. Δημητριάδης έχει ευθύνη να υλοποιήσει το όραμα τού μ. Τ. Μητσόπουλου, μακριά από ιδιοτελή συμφέροντα τρίτων, τα οποία υπονόμευαν την όλη προσπάθεια την τελευταία 20ετία. Και να ΄ναι βέβαιος ότι η κοινωνία θα τον ευγνωμονεί.

ΞΕΝΗΣ Χ. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ
Δημοσιογράφος, πρόεδρος Ινστιτούτου Ελληνικού Πολιτισμού