Είναι προφανές ότι η Ελλάδα με την αντίδραση που μεθόδευσε κατά το προεκλογικό πρόγραμμα της νέας Κυβέρνησής της, έθεσε υπό δοκιμασίαν αντοχής, αλλά και επιβεβαίωσης, τις ίδιες τις αρχές που τέθηκαν από την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως το δίκαιο θεμέλιό της, χάριν των πολιτών της. Μπορεί να μην ήταν η διαπραγματευτική πορεία που ακολούθησε η νέα Κυβέρνηση η ορθοτέρα, η πλέον ενδεδειγμένη ή εξυπηρετική, αλλά είναι προφανές ότι το σύστημα λειτουργίας των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και του ΔΝΤ, αντέδρασε κατά τρόπο που απαξίωνε στην ουσία τη δημοκρατικά επιλεγείσα πολιτική ηγεσία της Ελλάδας και, κυρίως, τις ίδιες τις αρχές αλληλεγγύης που θεμελίωσαν την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Κύριος μοχλός της όλης αντίδρασης κατά των πρωτοβουλιών της ελληνικής Κυβέρνησης, προέκυψε από ένα «όργανο» μη προβλεπόμενο ως θεσμικό όργανο της Ε.Ε. Το λεγόμενο Γιούρογκρουπ, που λειτουργεί με τις 19 χώρες μέλη του, των οποίων οι αντίστοιχοι Υπουργοί Οικονομικών επιλέγουν τον λεγόμενο Πρόεδρό του. Ένα «όργανο», όμως, που δεν έχει καμία νομιμοποίηση πέρα από την πρακτική που καθιερώθηκε, από χρόνια, από τις πρώτες χώρες που εντάχθηκαν στο Ευρώ και από το γεγονός ότι η πλειοψηφία των 18 μελών του αποτελεί και την πλειοψηφία στα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Όμως είναι ένα όργανο που δεν μπορεί και δεν έχει κατά την ευρωπαϊκή συνθήκη ή το κοινοτικό κεκτημένο εξουσία να απαιτεί επιτακτικά και/ή με τη χρήση πιστολιού στον κρόταφο, εφαρμογή των δικών του αποφάσεων. Η Ελλάδα ουσιαστικά αμφισβήτησε τη διαμορφωθείσα εκβιαστικά (όπως η περίπτωση του κουρέματος των καταθέσεων στην Κύπρο) άποψη των ισχυρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που της επέβαλε από πέντε τώρα χρόνια, χάριν δήθεν της διάσωσης της οικονομίας της, ένα πρόγραμμα που αναποτελεσματικά συσσώρευσε ανθρώπινη δυστυχία.
Η Ελλάδα δεν ενήργησε, ως τουλάχιστον διακήρυξε ο Πρωθυπουργός, με επιθυμία ή πρόθεση τη ρήξη με τα 18 άλλα Μέλη του Γιούρογκρουπ. Δεν ήταν ζήτημα αντιδικίας, αλλά προβολή και αποκάλυψη μίας αυταπόδεικτης πραγματικότητας, ότι το πρόγραμμα δανεισμού (πρώτο και δεύτερο μνημόνιο) στα πέντε χρόνια εφαρμογής του, δεν πέτυχε και δεν απέδωσε, παρά τις θυσίες του ελληνικού λαού, το βιοτικό επίπεδο του οποίου υποβιβάστηκε κατά τρόπο απαράδεκτο και αντίθετο στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την οφειλόμενη ευρωπαϊκή αλληλεγγύη.
Βέβαια ευθύνες ως προς την αδυναμία της Ελλάδας για όσο το δυνατόν πιστή εφαρμογή των όρων του προγράμματος, φέρουν σε μεγάλο βαθμό και οι ελληνικές Κυβερνήσεις, που δεν πέτυχαν να αγωνιστούν όλες οι κομματικές ηγεσίες, από κοινού. Προφανώς, όμως, η έλλειψη κατανόησης σε βαθμό υλοποίησης της αναγκαίας αλληλεγγύης από τους εταίρους της, συναποτέλεσε το κύριο πρόβλημα.
Η όλη κατάσταση, ως εξελίχθηκε, αποκαλύπτει κάποιο αναγκαίο δίδαγμα. Οι ισχυροί της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κυρίως οι του σκληρού πυρήνα της Ευρωζώνης, θεωρούν ότι δικαιούνται να έχουν, αφού στοχοποιήσουν άλλους, μεγαλύτερες εξουσίες ή δυνατότητα επιβολής πολιτικής, της δικής τους επιλογής. Σ’ αυτήν τη θεώρηση, όπως την εφαρμόζουν, επιδιώκουν υποταγή στις εντολές ή αποφάσεις, ενός, μάλιστα, μη προβλεφθέντος ως θεσμικού οργάνου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Παράδειγμα η Κυπριακή Δημοκρατία τον Μάρτη του 2013 άκουσε ποιες ήταν οι επιθυμίες ή υποδείξεις του Γιούρογκρουπ και θεώρησε ότι είχε πιστόλι στον κρόταφο και αποφάσισε η ίδια να «αυτοκτονήσει». Το έπραξε με Νόμους και Κανονισμούς που η Εκτελεστική και η Νομοθετική εξουσία διαμόρφωσαν, άρα καμία ευθύνη στο Γιούρογκρουπ. Η Ελλάδα, στα πέντε χρόνια ανάλογης υποταγής, μετέτρεψε τους πολίτες της σε τρίτης κατηγορίας και όχι ίσους με τους άλλους Ευρωπαίους πολίτες.
Ο ίδιος, όμως, αυτός ο τόσο ταλαιπωρημένος λαός επέλεξε δημοκρατικά ν' αναδείξει ως Κυβέρνησή του κατά τις προεκλογικές υποσχέσεις την αντιπολίτευση, που για πέντε τώρα μήνες ως νέα ελληνική Κυβέρνηση αγωνίστηκε (ορθά ή εσφαλμένα) να φέρει αλλαγές, μείωση χρέους, παράταση αποπληρωμής, χαμηλότερους τόκους κ.λπ. Δεν κατάφερε σε επίπεδο ηγεσιών του Γιούρογκρουπ να ανατρέψει την πολιτική της λιτότητας, γιατί διαφωνούν οι άλλοι 18. Δεν κατάφερε να επιτύχει συνεννόηση.
Tα θεσμικά όργανα όπως η Επιτροπή, το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο ουσιαστικά παρακολουθούν τον «σκληρό πυρήνα» του Γιούρογκρουπ αδιάφορα, ενώ ο Ελληνισμός κατέφυγε στην προκήρυξη ενός δημοψηφίσματος, αχρείαστου και με τιθέμενο ερώτημα που ήδη ξεπεράστηκε εκ των πραγμάτων και/ή ενός δημοψηφίσματος που οι 18 του Γιούρογκρουπ καθόρισαν ότι έχει άλλο δήθεν στόχο, αυτόν περί παραμονής η όχι στο ευρώ.
Υπήρξαν δε από την Ευρωπαϊκή Ένωση θεσμικά όργανα που κάλεσαν ανεπίτρεπτα κατά τα εσωτερικά δρώμενα σε κάθε χώρα, τους Έλληνες να ψηφίσουν ΝΑΙ. Έτσι όρισαν, αυθαίρετα, πως το ΟΧΙ θα «θεωρηθεί» ως επιλογή, δήθεν, εξόδου από το ευρώ και γιατί όχι από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τούτο, μάλιστα, ενώ δεν προβλέπει τέτοιο λόγο υποχρεωτικής εξόδου ή αποπομπής η Ευρωπαϊκή Σύμβαση. Προφανώς συντρέχει και άλλος υποκρυπτόμενος στόχος και εάν υπερισχύσει το ΝΑΙ, τότε το πολιτικό μέλλον του Πρωθυπουργού θα καταστεί αβέβαιο και η πίεση κατά της Ελλάδας για πιο δυσχερή μέτρα θα αυξηθεί.
Προέκταση του «διδάγματος» αυτού για τη Κύπρο και το ευρωπαϊκό πρόβλημα της κατοχής και εποικισμού Τμήματος του εδάφους της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Τουρκία, είναι πρόδηλη: Το όχι του δημοψηφίσματος στην Κύπρο το 2004 αφορούσε ένα σχέδιο λύσης καταστρεπτικό, που προερχόταν, όμως, από τον ΟΗΕ.
Με δεδομένους τους ισχυρούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και τις μεθόδους πίεσης που εφευρίσκουν έναντι ενός λαού (τώρα της Ελλάδας), που θέλουν να τον υποτάξουν σε λύσεις που οι ίδιοι προωθούν, είναι λογικό να προκύψει ο κίνδυνος για ένα νέο σχέδιο κακής λύσης ή κλεισίματος του Κυπριακού, το οποίο να προέλθει αυτήν τη φορά και/ή να έχει τη σύμφωνη ανάμειξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι συναντήσεις και τα όσα προέβαλε ο κ. Ακιντζί στις συναντήσεις του στη Νέα Υόρκη και στις Βρυξέλλες προετοιμάζουν (ίσως και η εδώ επίσκεψη του κ. Γιούνκερ) ανάμειξη παράγωγου δικαίου, και άρα την πρόφαση ή την επικάλυψη για μια δήθεν «καλή λύση» που ως διζωνική, από δύο συνιστώντα μέρη ή νέος συνεταιρισμός, θα εξασφαλίζει ουσιαστικά στο διηνεκές τις επιδιώξεις και τη βουλιμία της Τουρκίας.
Άλλωστε, όπως ανέφερε και μετά την επίσκεψη στον Γ.Γ. του ΟΗΕ και επανέλαβε στις Βρυξέλλες ο κ. Ακιντζί, οι δύο ηγέτες έχουν κοινόν όραμα για τη λύση, ενώ παράλληλα ψήφισαν ΝΑΙ και οι δύο το 2004. Ας μη διαφεύγει άλλωστε της προσοχής ότι ο Πρόεδρος του Ευρωκοινοβούλιου προσφώνησε πέρα από μια φορά τον κ. Ακιντζί ως «Πρόεδρο»! Άρα, φοβού τους όποιους θα προσκομίσουν «δώρα», παράγωγου κεκτημένου.
ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος




