Η γιαγιά η Αλεξάντρα. Το γιαγιουλίνι. Η γιαγιά η Άλεξ, η γκράντμα. Κλείνω τα μάτια και έρχονται όλες αυτές οι εικόνες με τη γιαγιά στο μυαλό μου γυρίζοντάς με πίσω σε γεμάτες αθωότητα και αγάπη στιγμές. Οι εκδρομές που πηγαίναμε, τα παραμύθια που μας διάβαζε παραμονές Χριστουγέννων που μέναμε μαζί, το ζεστό γάλα με το μέλι που μας ετοίμαζε όταν ήταν εκεί και προσπαθούσε να διασφαλίσει με κάθε τρόπο, μέσω της μαμάς, ότι θα το είχαμε, το μαγικό ντουλαπάκι στο σπίτι της γεμάτο με λιχουδιές, που μας έδινε κρυφά κλείνοντας το μάτι και χαμογελώντας συνωμοτικά.
Η παρουσία της στις γιορτές, στις επιβραβεύσεις μας, διακριτική και επιβλητική ταυτόχρονα. Η βοήθεια και η φροντίδα που πρόσφερε στους γονείς μας όλα αυτά τα χρόνια, που όταν ένιωσε πως το έργο της ολοκληρώθηκε, ήθελε πια να ζήσει τις δικές της εμπειρίες. Οι τόμπολες στον Σύνδεσμο Αιγυπτίων, τα τσάγια, οι εκδρομές, τα ταξίδια, οι βόλτες, οι καφέδες. Τις μικρές απολαύσεις της ζωής τις έβλεπε και τις βίωνε με τον καθένα μας ξεχωριστά. Μια βόλτα με το αμάξι του Κυριάκου.
Ένα τηλεφώνημα από την Αμερική απ’ τη Μαργαρίτα. Οι ζωγραφιές της Έμιλυς και της Μελίνας, το γέλιο και οι πρώτες λεξούλες του Μάρκου. Τα γέλια με τη μεγάλη Αλεξάνδρα και τον Σωτήρη για τα κους-κους του γηροκομείου. Ένα τσιγάρο με κρασί με τη μικρή Αλεξάνδρα στη βεράντα. Μια συμβουλή φροντίδας από τον Νικόλα και τη Χριστίνα. Ένα πείραγμα από τον Μιχάλη και την Ελένη. Μια βόλτα για καφέ στο Ντέμπεναμς με τη Θέα. Οι φιλοσοφικές συζητήσεις με τον Ορέστη. Οι συνευρέσεις με την Πόπη και οι αναμνήσεις του παρελθόντος. Το κομμωτήριο με τον Χρίστο, τα κρασιά του Σάββα, οι επιπλήξεις αγάπης του Κωστή, οι κουβέντες με την Ανθούλα, τα ψώνια με την Πόλα.
Καθόταν στην πιο περίοπτη θέση στο γηροκομείο. Σε μιαν αναπαυτική πολυθρόνα, που διάλεξε και διεκδίκησε από μόνη της. Δίπλα ένα τραπεζάκι εξαιρετικά τακτοποιημένο, που όλα πάνω του ήταν στοιχισμένα, συγυρισμένα με μια μαθηματική ακρίβεια. Συνήθως φιλοξενούσε ένα με δυο βιβλία, εφημερίδες, το κινητό της τηλέφωνο, τσιγάρα, αναπτήρα, ένα μπουκαλάκι νερό, τα γυαλιά μυωπίας του παππού στην πλεχτή 30χρονη πια θήκη που «από τη Θεσσαλονίκη μού την έφερε ο παπάς σου!» και κόρδωνε σκάζοντας ένα πνιχτό πονηρό χαμογελάκι. Μπροστά από την αναπαυτική της πολυθρόνα είχε ένα μικρό σκαμπό. Άπλωνε σε αυτό τα πόδια της να ξεκουραστούν νταντεύοντας στα γόνατά της πότε μια εφημερίδα πότε ένα βιβλίο.
Με το που έβλεπε κάποιον από μας, τα πόδια μαζεύονταν, η εφημερίδα ή το βιβλίο έκλειναν, τα γυαλιά φυλαγόντουσαν στη θρυλική θήκη και στο πνιχτό χαμογελάκι άνθιζαν δεκάδες ματσικόριδα. Τα μάτια ολόγελα κι αυτά έδιναν σήμα στο σώμα της να ανασκουμπωθεί από το βύθισμα στην πολυθρόνα και να πάρει θέση για την υποδοχή των δικών της. Το πρακτορείο «Ρόιτερ», όπως με αγάπη την αποκαλούσαμε, άρχιζε την αναμετάδοση. Ήξερε για όλους και για όλα. Ή σχεδόν όλα.
Χωρίς να το καταλάβει, μας μετέδιδε να έχουμε την έγνοια ο ένας για τον άλλο. Κάτι που η ίδια ήξερε να κάνει πολύ καλά. Στις οικογενειακές συναντήσεις ήθελε πολύ να έρχεται και το επιδίωκε. Διάλεγε τη θέση της, κάπως απόμερη, μα και κάπως εντός και μας παρακολουθούσε εκ του μακρόθεν χαμογελώντας. Τι να έβλεπε άραγε; Τι να σκεφτόταν; Μια ρουφηξιά τσιγάρο, μια γουλιά μπίρα. Και μας έβλεπε. Και χαιρόταν. Περνούσε καλά με τον δικό της τρόπο. Έναν τρόπο που ίσως δύσκολα καταλαβαίναμε. Μια ρουφηξιά τσιγάρο, μια γουλιά μπίρα. Και μας κοιτούσε. Και τα ματσικόριδα απλώνονταν.
«Ο πιο καλός θάνατος είναι ο μπαμ και κάτω», μου είπε μια φορά και τέντωσε τα φρύδια σαν σοφή κουκουβάγια κουνώντας το κεφάλι πάνω-κάτω. «Έτσι θα 'θελες και συ, ρε γιαγιά, ε;». «Εννοείται! Και μάλιστα να ’χει κλείσει ο μήνας, να είσαι εντάξει απέναντι στις υποχρεώσεις σου. Άτυχοι αυτοί που πεθαίνουν στα μέσα! Μένει άλλος τόσος χρόνος ανεκμετάλλευτος!» και χαχαχα και γελούσε και έβηχε, γελούσε και έβηχε.
Ο μήνας είχε 28. Μπήκε στο δωμάτιό της και τον είδε. Δεν εκπλάγηκε ιδιαίτερα. Ίσως κάπως να τον περίμενε. «Έτοιμη είσαι, κυρά Αλεξάντρα; Εδώ είναι η βάρκα, απόψε πάμε απέναντι». «Δυο λεπτά μόνο να κάτσω να ξαποστάσω στο κρεβάτι μου κι έρχομαι».
Ένα ζευγάρι κάτασπρα περιστέρια φτερούγισαν πάνω από το στήθος της, την τσίμπησαν ελαφριά στην καρδιά και γουργουρίζοντας πέταξαν στον σκοτεινό ουρανό. «Τι ήταν αυτό;», του είπε, «σινιάλο. Πάμε;» της αποκρίθηκε. Και προτάσσοντας το χέρι του την βοήθησε να μπει προσεκτικά στη βάρκα. Καθιστή κοίταγε μπροστά κι αυτός απέναντι όρθιος κωπηλατώντας κοίταγε μακριά. «Δεν θα γυρίσεις μια τελευταία φορά να κοιτάξεις πίσω;». Έκλεισε τα μάτια της, ξάπλωσε αναπαυτικά, έβαλε τα χέρια στο στήθος και ψιθύρισε: «Τα χέρια μου εμένα έχουνε κλείσει, τώρα πια ο καθένας τους έχει τα χέρια του αλλουνού και θα ’ναι ο ένας για τον άλλον, όπως τους άφησα, όπως μάθαμε» και στα χείλη της ζωγραφίστηκε ένα μακάριο χαμόγελο.
Τώρα πια θα ’χει φτάσει απέναντι. Κατεβαίνοντας τη βάρκα, θα ψάξει να βρει μια περίοπτη και συνάμα μια κάπως απομονωμένη θέση, θα κάτσει αναπαυτικά, θα μπλέξει τους αστραγάλους και θα βγάλει τα τσιγάρα που, κλεφτά, έχωσε στην τσέπη από πριν. Θ' ανάψει το τσιγάρο της και θα κεράσει στους αγγέλους κρασί, μπίρα και κονιάκ. Κι αυτοί μεθυσμένοι θα ανεβοκατεβαίνουν παίζοντας άρπα.
Καλή αντάμωση γιαγιά μας. Φιλιά στον παππού.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΙΑΚΩΒΙΔΗ-ΚΑΜΕΡΗ




