Σία και μπατάραμε, η βάρκα γέρνει! Τι γέρνει, για τη βουλιαγμένη λες; Μήνες και μήνες, ρε όρτσα από δω, ρε μάινα από κει, να τραβάς κουπί κι από κάτω να χάσκει ο πάτος! Ο ποιος; Πού τον είδες; Άμμος είναι, τσα να κάνεις, γλου και πάει πιο κάτω. Και πιο κάτω απ’ το κάτω, τι; Κάτι μπουρμπουλήθρες που ανεβαίνουν, οξυγόνο που διαλύεται. Κι εδώ δεν μιλάμε για ψαράδικο με δυο-τρεις νοματαίους. Κάνε σούμα: Κάτι εκατομμύρια άνεργοι, κάτι εκατομμύρια πεινασμένοι, άσε εκείνους -κάπου δέκα χιλιάδες τους βγάζουν οι έρευνες- που βούτηξαν οικειοθελώς νωρίς-νωρίς κι αποχαιρέτησαν τον μάταιο ετούτο κόσμο.
Πόσο βγαίνει ο λογαριασμός;
Ποιος Τιτανικός και πράσινα άλογα; Εδώ να δεις φούντο. Και να πήγαιναν μαζί και λίγοι απ’ αυτούς που το ’βαλαν το δακτυλάκι τους στο ναυάγιο (να βγάλανε λες την τάπα απ’ τον πάτο της βάρκας; γιατί παίζει κι αυτό), τι να το κάνεις; Τον έχουν αυτοί τον τρόπο τους να γλιτώνουν - στη θάλασσα επιπλέουν οι φελλοί και τα σκ…. Κι άντε και τους βρήκες και τους έστησες -λέμε τώρα- στον τοίχο (όνειρο είναι ξύπνα!), είδες καμιά άλλη φορά να ’χει γίνει τίποτα τέτοιο κι ελπίζεις και τώρα;
Όχι τίποτα άλλο, σου ’μεινε η χαρούλα «τώρα θα δουν τι θα πει αξιοπρέπεια», έλεγες. Αυτή η άτιμη η ελπίδα χούι που το ’χει να πεθαίνει πάντα τελευταία και να σ’ έχει στημένο στη γωνία να την περιμένεις. Σκοτσέζικο ντους: Μια «να την πετιέται», μια γλώσσα έξω και σαρδόνιο χαμόγελο. Και τώρα; Τι λέει ο Βάρναλης; «Φταίει το κακό το ριζικό μας», «φταίει η ζωή που μας μισεί», «φταίει το κεφάλι το κακό μας», που βρεθήκαμε «μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα να καρτερούμε κάποιο θάμα»!
Πως θα ’πρεπε να μετρούσαμε βήματα, να κουμαντάραμε σκοινί, ούτε που μας πέρασε απ’ το νου. Ούτε πως είχαμε μπλέξει με τους δυνατούς που θέλουν τους αδύνατους δουλάκια τους. Ε, χρόνια και χρόνια δουλάκι, τι να κάνεις; Στρώνεις, μαθαίνεις, το ψάχνεις και στο βάθος να οι κουτοπονηριές, να οι ματσαράγκες για να τα φέρεις βόλτα, να μαζέψεις, να κρύψεις μπας και δεις κάποια μέρα Θεού πρόσωπο (το να πάρεις το αίμα σου πίσω δεν στο αποδίδω ως πρόθεση, άμα λάχει…). Ξέχασες πως οι δανειστές είναι μέγκενη και γύρευες φιλανθρωπίες! Ειδικά για σένα, που η ιστορία σου τους είναι καρφί στο μάτι, που δεκαετίες την τόλμη σου στις δύσκολες ώρες, τη θυσία σου για αξίες, ανθρωπιά, την είδαν αφέλεια κι ανοησία και σου ’δωσαν και κατάλαβες; Τώρα περίμενες πως θ’ άλλαζαν;
Τι θα γίνει παλληκάρι μου; Μια ζωή τα ίδια; Τι να σου πω που πίστεψες πως θα σ’ άφηναν όρθιο να τους θυμίζεις τη στέγνα τους την ψυχική, τη φτώχια τους την πνευματική, το ρεζίλεμα που πάθανε κάποτε (τις αποζημιώσεις θα στις δώσουν είπαμε, τι βιάζεσαι;). Λοιπόν; Πού θα πάει το πράμα; Να γυρίζουμε στον Βάρναλη να «φτιούμε κατά γης» τη μοίρα μας; Πώς το κόβεις δηλαδή, έχει κι άλλο τράτο η βάρκα; Κι επειδή τίποτα τέτοιο δεν βλέπω, δεν κάνεις πως απλώνεις χεράκι να τραβήξεις κουπί; Και μην τολμήσεις να φωνάξεις «κι άλλο;», δεν σ’ ακούει κανείς! Μόνο τα ψάρια!
ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ




