Έστω κι εκ των υστέρων, η Τρόικα άρχισε να μας εκπλήσσει θετικά. Μετά την εισήγηση για ετοιμασία ενός Στρατηγικού Σχεδίου προώθησης της ανάπτυξης της οικονομίας στο προηγούμενο, στο τελευταίο επικαιροποιημένο Μνημόνιο ζήτησε τη χάραξη εθνικής στρατηγικής για τον τουρισμό, έναν από τους κυριότερους τομείς δραστηριότητας. Τώρα αρχίσαμε και συνεννοούμαστε:
Εάν αυτές κι άλλες αναπτυξιακές πρόνοιες υπήρχαν στο αρχικό Μνημόνιο, μαζί με πρόνοια για χρηματοδότηση με τον έναν ή τον άλλον τρόπο των επιλεγησομένων ενεργειών, κανένας μας δεν θα αντιδρούσε στις μονόπλευρες πρόνοιες σκληρής λιτότητας, που επέβαλε. Είχα εισηγηθεί από την αρχή να προσετίθετο ένα ποσό, π.χ. 1-2 δις ευρώ, στο πρόγραμμα για την Κύπρο για τον σκοπό αυτόν, κάτι που μπορεί να γίνει και τώρα. Ίσως η Κύπρος να καταστεί τελικά ένα θετικό πρότυπο για μελλοντικά προγράμματα της ΕΕ, με σκοπό την αντιμετώπιση παρόμοιων προβλημάτων κάποιας χώρας-μέλους.
Η ιστορία του κυπριακού τουρισμού ουσιαστικά ξεκίνησε με την ανακήρυξη της Ανεξαρτησίας. Μέχρι το τέλος της πρώτης δεκαετίας, η Κύπρος είχε καθιερωθεί ως ένας αξιόλογος τουριστικός προορισμός, με αιχμή του τουριστικού δόρατος την Αμμόχωστο και την Κερύνεια από πλευράς τουριστικών εγκαταστάσεων, και τον ήλιο και θάλασσα από πλευράς τουριστικών ενδιαφερόντων.
Η κυβερνητική πολιτική τουριστικής ανάπτυξης είχε καθοριστεί στη βάση σχετικής Έκθεσης που ετοιμάστηκε από ομάδα Γάλλων εμπειρογνωμόνων (η Γαλλική Έκθεση) και των συμβουλών των Ελλαδιτών ειδικών Φωκά και Κορομηλά, που μαζί με μια μικρή ομάδα τουριστικών Λειτουργών στο Υπουργείο Εμπορίου αποτέλεσαν τον πυρήνα της διαμόρφωσης του τουριστικού προσώπου της Κύπρου. Τα ίδια σχεδόν άτομα στελέχωσαν και τον ΚΟΤ, που ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ακριβώς για να δοθεί περισσότερη έμφαση στον τομέα. Μόνο ο υπεύθυνος του Τμήματος ο μ. Κώστας Μόντης έμεινε πίσω στο Υπουργείο ως σύνδεσμος με τον Οργανισμό. Τον έχασε ο τουρισμός, τον κέρδισε η ποιητική μούσα!
Μέχρι την εισβολή, οι άλλες περιοχές μόλις άρχισαν να κάνουν τα πρώτα τους βήματα στον τουρισμό. Οι εκτοπισθέντες ξενοδόχοι όχι μόνο έπρεπε να βοηθηθούν να δραστηριοποιηθούν στις ελεύθερες περιοχές, αλλά ήταν κι οι ίδιοι ανεκτίμητο κεφάλαιο, που έπρεπε να αξιοποιηθεί. Με πρωτοβουλία του ΚΟΤ έγινε καταγραφή όλων των εκτοπισθέντων ξενοδόχων και σε συνεργασία με τον ΠΑΣΥΞΕ ετοιμάστηκε σχέδιο υποβοήθησής τους για ανέγερση νέων ξενοδοχείων, με τη διάθεση κρατικής γης και την ένταξή τους στα χρηματοδοτικά σχέδια των εμπορικών τραπεζών με κυβερνητική εγγύηση. Το σχέδιο δεν προχωρούσε. Οι τράπεζες κωλυσιεργούσαν, λόγω του ό,τι δεν ήταν ευτυχείς με τις κυβερνητικές εγγυήσεις. Με παρέμβαση του Γραφείου Προγραμματισμού προς την Τράπεζα Αναπτύξεως, χρηματοδότησε, σε μεγάλο βαθμό, η ίδια το σχέδιο και βοήθησε στην υπερπήδηση άλλων οργανωτικών προβλημάτων, με συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο των εταιρειών, καθώς και με διαμεσολάβηση μεταξύ τούτων και των εμπορικών τραπεζών.
Με την εφαρμογή του σχεδίου επαναδραστηριοποίησης των εκτοπισθέντων ξενοδόχων ενθαρρύνθηκαν και άλλοι μη εκτοπισθέντες να δραστηριοποιηθούν στον τομέα της ξενοδοχειακής κι επισιτιστικής βιομηχανίας. Έτσι έγινε πραγματική έκρηξη στην ανάπτυξη του τομέα, χωρίς αυστηρό ποιοτικό έλεγχο των συντελουμένων αναπτύξεων και χωρίς προσήλωση στην ποιότητα των προσφερομένων υπηρεσιών και την προστασία του περιβάλλοντος. Κι ενώ η αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος ήταν από τότε στόχος όλων των φορέων τουρισμού, κανένα ριζοσπαστικό μέτρο δεν λήφθηκε για ανακοπή της διολίσθησής του στη σημερινή μη ανταγωνιστική, με ανάλογους προορισμούς, κατάσταση.
Από τα πρώτα Σχέδια Ανάπτυξης της δεκαετίας του 1960, στόχος ήταν να καθιερωθεί η Κύπρος ως ένας διεθνής τουριστικός προορισμός, που να προσφέρει όχι μόνο ήλιο και θάλασσα, αλλά να ικανοποιεί κι άλλα ενδιαφέροντα, αξιοποιώντας τις φυσικές της ομορφιές και την πλούσια ιστορία και τον πολιτισμό της. Η εισβολή κι η ανάγκη γρήγορης επανασύνταξης του τομέα δεν άφηναν πολλά περιθώρια για ενασχόληση με την ποιοτική αναβάθμισή του.
Από το Τρίτο Έκτακτο Σχέδιο, 1979-1981, όμως, άρχισαν και πάλι συντονισμένες προσπάθειες για εμπλουτισμό του τουριστικού προϊόντος με έργα όπως γήπεδα γκολφ, καζίνο, κέντρα συνεδρίων με σύγχρονες διευκολύνσεις, μαρίνες, αναβάθμιση αεροδρομίων κ.ά., παράλληλα με τη συνέχιση των ενεργειών για βελτίωση των διευκολύνσεων και του περιβάλλοντος, ώστε να εξασφαλίζεται άνετη κι ευχάριστη παραμονή των επισκεπτών. Από τότε ξεκίνησε η αναζήτηση και καθιέρωση ενός προτύπου ή μιας ταυτότητας για τον κυπριακό τουρισμό, που να τον καθιερώσει στο διεθνές τουριστικό στερέωμα.
Στο Τέταρτο Έκτακτο Σχέδιο, 1982-1986, αφού διαγνώστηκαν οι κίνδυνοι υπονόμευσης μακροπρόθεσμα της προσελκυστικότητας της Κύπρου ως τουριστικής χώρας, λόγω της αδιάκοπης ανέγερσης τουριστικών κλινών, έγινε σαφής επαναπροσδιορισμός των σκοπών και στόχων της τουριστικής πολιτικής, με κύριο χαρακτηριστικό τη μεγαλύτερη έμφαση στο ποιοτικό παρά το ποσοτικό στοιχείο της τουριστικής ανάπτυξης. Η πολιτική αυτή επιβεβαιώθηκε από μια σειρά μελετών κι ερευνών που έγιναν προς τον σκοπό χάραξης μιας μακροπρόθεσμης πολιτικής για την κυπριακή οικονομία μετά την επιτυχία της επαναδραστηριοποίησής της (π.χ. η Έκθεση με τίτλο ‘Κύπρος: Μια Μακροπρόθεσμη Προοπτική’ του 1986 της Διεθνούς Τράπεζας).
Η στόχευση αυτή συνεχίζεται μέχρι σήμερα χωρίς θεαματικά αποτελέσματα, αν και έγιναν πολλές προσπάθειες. Και στην προκείμενη περίπτωση, όπως και στους άλλους βασικούς πυλώνες της οικονομικής ανάπτυξης της Νήσου, τη γεωργία και τη βιομηχανία, αποτύχαμε να αναβαθμίσουμε και διαφοροποιήσουμε το προϊόν, ώστε η αναπόφευκτη αύξηση του κόστους, εργατικού και άλλου, να αντισταθμιστεί από την αύξηση της προσφερόμενης αξίας (το γνωστό αξία έναντι τιμής-value for money των Άγγλων).
ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
Πρώην Υπουργός
Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού
www.iacovosaristidou.com




