Εφιαλτικές θύμησες του Γιώργου Ζαβρίδη
«Η Πύλη της Κολάσεως» είναι ο τίτλος ενός βιβλίου, που ήρθε στα χέρια μου εδώ και αρκετές μέρες, με την παράκληση να το παρουσιάσω από τις στήλες της «Σημερινής». Συγγραφέας του βιβλίου είναι ο Γιώργος Ζαβρίδης , λοχίας του 281 Τάγματος Πεζικού (1973-75) και έζησε ντυμένος στο χακί το μαύρο καλοκαίρι του 1974 και το βιβλίο του το αφιερώνει στους πεσόντες, αγνοούμενος και ανάπηρους της Μονάδας του. Οι «Πύλες της Κολάσεως», αποτελούν κατάθεση ψυχής του συγγραφέα.
Μέσα από αυτές αναδίνεται πόνος αβάστακτος, πικρία ανείπωτη και αγανάκτηση κραυγαλέα, για τα όσα έζησε ως στρατιώτης από τη μέρα που κατατάγηκε στην Εθνική Φρουρά μέχρι την απόλυσή του. Όπως τονίζεται στο οπισθόφυλλο, το βιβλίο αποτελεί «ένα συναρπαστικό και συγκλονιστικό χρονικό για την περίοδο(1973-1975) στην Κύπρο. «Η Πύλη της Κολάσεως» του Γιώργου Ζαβρίδη είναι κατάθεση ψυχής ενός αυτήκοου και αυτόπτη μάρτυρα και συνάμα πρωταγωνιστή αναφορικά με γεγονότα (πραξικόπημα - εισβολή), που οδήγησαν στον βίαιο επανακαθορισμό της πορείας της μεγαλονήσου…».
Δεν γνωρίζω προσωπικά τον συγγραφέα, αλλά μέσα από το βιβλίο του ξανάζησα τις μέρες εκείνες που αναφέρει, μέρες ακραίας αντιπαλότητας στην καθημερινή ζωή των Ελλήνων της Κύπρου, πολιτών και στρατιωτών, που οδήγησαν στον εμφύλιο σπαραγμό. Τις μέρες πριν και μετά το πραξικόπημα, που άνοιξε τις πύλες στον βάρβαρο Αττίλα. Ο Ζαβρίδης τολμά και αναφέρει στο βιβλίο του με τα μελανώτερα χρώματα συγκεκριμένα ονόματα και περιστατικά, που σημάδεψαν και κατάντησαν ανυπόφορη, εφιαλτική τη στρατιωτική του θητεία. Περιγράφει, επίσης, με ενάργεια απίστευτα περιστατικά που έζησε κατά τη διάρκεια του πολέμου εναντίον των Τούρκων εισβολέων, επικαλούμενος τη μαρτυρία επιζώντων συμπολεμιστών του, για των γραφομένων του το αληθές.
Συγκλονιστική είναι η περιγραφή του θανάσιμου τραυματισμού του φίλου και συμπολεμιστή του Κυριάκου, στην περιοχή του Τζάους, ενώ κινούνταν για να κάνουν βάση πυρός εναντίον τουρκικών πολυβολείων σε μια παρυφή, κατά τη δεύτερη φάση της εισβολής: «Ο Κυριάκος σαν καλός φίλος έμεινε τελευταίος μαζί μου. Κινηθήκαμε γρήγορα προς τον λόφο και διανύσαμε περίπου μισή διαδρομή, μα τα πυρά ήταν πολύ πυκνά και χιλιάδες σφαίρες χτυπούσαν δίπλα μας δαιμονισμένα και γάζωναν τη γη. Βρεθήκαμε εκτεθειμένοι σ’ ένα ξέφωτο με μοναδική κάλυψη το αποκάλαμο.
»Ούτε ανάσα δεν μπορούσαμε να πάρουμε. Ρε Κυριάκο, πάμε γλήορα να φύομε που δαμέ. Ο Κυριάκος ήταν από αριστερά μου και δεχόμασταν τα πυρά από δεξιά. Απανωτές ριπές γάζωναν κάθε σπιθαμή γύρω μας. Έπεσα μπρούμυτα και μέσα στην πυκνή σκόνη δεν έβλεπα τον Κυριάκο. Έβαλα κάτω το κεφάλι και έτρωγα χώμα, ενώ δεκάδες σφαίρες χτυπούσαν δίπλα μου. «Παναγία μου, Παναγία μου!» Ήταν ο Κυριάκος χτυπημένος. Άκουσα το βογκητό του. Σύρθηκα κοντά του. Ίδρωσε και δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Τον κοιτούσα στα μάτια πρόσωπο με πρόσωπο. Ανασήκωσα το πουκάμισό του. Είχε διαμπερές τραύμα από δεξιά στα αριστερά, στο ύψος του στήθους.
Από την αριστερή του πλευρά υπήρχε μεγάλη τρύπα. Και φυσούσε αίμα που έκανε μια μικρή λίμνη στο χώμα..Τού σήκωσα το μάγουλο και τον κοιτούσα στα μάτια..Μού ψέλλισε κανά δυο φορές «το μωρό μου, το μωρό μου». Το διάβασα στα καμένα από τη δίψα χείλη του.Το πρόσωπό του έγινε κάτωχρο και γύρισαν τα μάτια του. «Κυριάκο, Κυριάκο φίλε μεν φοάσαι». Ξεψύχησε… και του κρατούσα ακόμη το μάγουλο. Δεν είχα τη δύναμη να τον βοηθήσω κι έσκασα. Έκλαψα μπροστά στο άψυχο σώμα του…».
Συγκλονιστικές στιγμές σαν κι αυτή αναφέρει κι άλλες ο Ζαβρίδης στο κεφάλαιο του βιβλίου, όπου εξιστορεί την ηρωικών διαστάσεων πορεία 5 στρατιωτών του 281 Τάγματος Πεζικού, που έζησαν πέντε εικοσιτετράωρα σαν αγρίμια ανάμεσα στις ορδές του Αττίλα και τη διολίσθησή τους μέσα από τις τουρκικές γραμμές προς τη σωτηρία….
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ




