Ο χειμώνας ήταν που σε τρόμαζε, Νιόνιο μου (Διονύση Σαββόπουλο σε ήξερε μόνο η μάνα σου), σαν ροβόλαγες απ’ τη Σαλόνικα με το «Φορτηγό» και την «Ρεζέρβα» σου μαζί, να «μας βάλεις πας στην πλώρη να μας κάνεις γιο και κόρη!». Δύσκολοι καιροί και τότε, μα τους σημερινούς πού να τους φανταζόσουν! «Τούτον τον χειμώνα άμα τον πηδήξαμε, για τριάντα χρόνια πες πως καθαρίσαμε», έλεγες γεμάτος όνειρα μα και πίκρα για τη μιζέρια της Ψωροκώσταινας. Δεκαετία του ’60 ήταν, κι ακόμα, Νιόνιο μου, μετράμε πηδήματα. Τι «Ιδού η Ρόδος…», άστο αυτό, πάλιωσε, πηδήματα και πηδήματα είδαν τα μάτια μας.

Για καλοκαίρι όμως δεν μας είπες τίποτα, μια που κατέχεις από το σπορ! Ως της ώρας, ψυχοπονιά να το πω, καμιά ψιχάλα πού και πού, κανένα αεράκι δροσερό, τα βολέψαμε, πάει όπου να ’ναι ο Ιούνης. Μα έρχονται Ιούλης κι Αύγουστος πικροί, με μνήμες που πονάνε όσους ακόμα θέλουν κι έχουν λόγο να θυμούνται. Μνήμες που γίνονται αβάσταχτες σαν σφίξουν οι ζέστες. Σαραντάρια και, υγρασία, βάλε από δίπλα και την αφραγκία, συνδυασμός… συντριασμός! θανατηφόρος. Καλοκαιράκι και θέλει ο φτωχός μιαν ανάσα. Θάλασσα! Κάνεις να τη σκεφτείς, βάζεις το χέρι, πιάνεις μόνο πανί στην τσέπη, τολμάς για παρακάτω; Να ’ναι καλά το χαζοκούτι, να την γαλανή, αστραφτερή, ποθητή σαν έρωτας αβάσταχτος, τη χαζεύεις. Αλλιώς, ούτε με κιάλια. Καλά, κάτι για κρουαζιέρες και διακοπές τα περνάς για ανέκδοτα και χαμογελάς!

Εδώ μισθοί και συντάξεις λες και είναι σε δίαιτα μειωμένων θερμίδων, κάθε μήνα φτουραίνουν. Και να ’χεις κι από πάνω εκείνα τα μαγειρέματα. Εδώ φρούτα και λαχανικά, ούτε σολομός να ’ταν! Θέαμα, ψυχαγωγία; Χαιρετίσματα! Περιμένεις και φέτος τις αστροφεγγιές με τις Περσίδες, ανέξοδα ξενύχτια, μια χαρά. Στον ουρανό του μεσημεριού αστραπόβροντα, μίζες, λαδώματα, καρφώματα, ίντριγκες, σκάνδαλα, κοροϊδία στην κοροϊδία, τα εκατομμύρια των εχόντων και κατεχόντων ν’ αβγατίζουν, πάλευε κι εσύ μπας και φέρεις τις δύο άκρες κοντά, από τις δεκαπέντε του μηνός κι ύστερα.

Να βγεις λες λιγάκι στον δρόμο, βραδάκι, δροσούλα, να δεις τι; Τ’ άσπρα ορθογώνια παραλληλόγραμμα με τα μαύρα γράμματα (τυχαίο;) «ενοικιάζεται», «πωλείται», βιτρίνες άδειες, λουκέτα, ερημιά. Υπερβολές; Ιδού η Ρόδος… Θα μου πεις, κατά πως λέει κι η παροιμία, «καλά είν’ τα φαρδομάνικα, μα είν’ για τους δεσποτάδες», που την είχαμε δει όλοι, άλλος λίγο, άλλος πολύ, προνομιούχοι με δανεικά και υποσχέσεις τραπεζών. Για σένα πέντε εγγυητές για δυο χιλιάδες, για τους τραπεζίτες και τους συνεργατιστές εκατομμύρια χωρίς καμιά εξασφάλιση. Έτσι μοιράζεις άμα κρατάς και το ψωμί και το μαχαίρι. Άσε!

Για πες μας, λοιπόν, Νιόνιο μας, ως «ειδικός», τούτο το καλοκαίρι πώς θα το… πηδήξουμε; Τους Έλληνες πολύ τους λυπάται λέει η Γερμαναρού, άλλο αν στο βάθος της την σπάει που ακόμα αντέχουν και το παλεύουν (πως είχε βάλει όχι το δακτυλάκι, την χερούκλα του κάποιος πρόγονός της για την κατάντια τους δεν αδειάζει να το θυμηθεί).

Αχ, Νιόνιο της νιότης μας, μαζί σου θαρρέψαμε πως όλα θ’ άλλαζαν. Μα φτάσαμε στο «κωλοέλληνες», «τσιφτετέλληνες» που μας πέταξες στα μούτρα και δεν το πήρες πίσω όταν σου βάλανε πόστα, γιατί τα μυρίστηκες όσα φέρνει η ανευθυνότητα, ο ωχαδελφισμός, το ρουσφέτι, το ξεπούλημα της ψυχής. Λέμε, λοιπόν, να το βγάλουμε κούτσα-κούτσα κι αυτό το καλοκαίρι, όπως μπορέσουμε, όσο αντέξουμε. Το πήδημα ασ' το καλύτερα, δεν μας παίρνει, μην πάθουμε κι άλλη ζημιά.

ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ