Προφανώς οι αρχές και αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορούν να είναι απλές φραστικές διακηρύξεις χωρίς αντίκρισμα. Δοκιμάζονται, στην πράξη, έξω και πέρα από τη θεωρητική καταγραφή τους σε συμφωνίες, συνθήκες, κανονισμούς και οδηγίες

Είναι προφανές ότι ο εκπρόσωπος του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ επιδιώκει ταχύτατες διαπραγματεύσεις, με τη δικαιολογία ότι το διεθνές κλίμα εμφανίζεται βοηθητικό, κατά την άποψή του, για την επίλυση του Κυπριακού. Μας προαναγγέλλει δε ότι θα υπάρξουν εξελίξεις που θα προκαλέσουν εξαιρετικό ενδιαφέρον και εκπλήξεις, καλώντας την κοινωνία των πολιτών να ετοιμαστεί για να υποδεχθεί το ενδεχόμενο επικείμενης λύσης. Αφήνει δε να εννοηθεί ότι, σ’ αυτή τη συγκυρία «ευθυγράμμισης πολλών αστερισμών», η Ευρωπαϊκή Ένωση, με βάση τις δικές του επαφές, θα διαδραματίσει λόγο και έργο για μια λύση στο πλαίσιο των αρχών που θεμελίωσαν την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Μακάρι, λοιπόν, να υπάρξει τέτοια προοπτική, η οποία άλλωστε είναι καθήκον και υποχρέωση που η Ευρωπαϊκή Συνθήκη επιβάλλει σε κάθε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να προβλέψει ότι το εθνικό δίκαιο υστερεί έναντι του υπέρτερου Κοινοτικού Δικαίου. Θυμίζω ότι, η Κυπριακή Δημοκρατία, ως κράτος-μέλος της E.Ε, εκπλήρωσε το καθήκον αυτό, αφού τροποποίησε το Σύνταγμά της (με την 5η τροποποίηση 28/7/2006), καθορίζοντας την ιεραρχική αυτή υπεροχή, του Κοινοτικού Δικαίου.

Τροποποίηση που δημιούργησε τα νομικά εκείνα δεδομένα που της επιτρέπουν να λειτουργεί «... ασκώντας όλα τα δικαιώματα» ενός κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άρα, η επαλήθευση των προσδοκιών του κ. Έιντε από την ανάμειξη της Ε.Ε. θα πρέπει απαραιτήτως να επιβεβαιώσει, με τη λύση, αυτή τη δέσμευση.

Ειδικά για ό,τι αφορά την προσπάθεια ανάμειξης της Ευρώπης, η εμπειρία από τα έργα του Λόρδου Χάνεϊ και του κου Ντάουνερ σε σχέση με όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και με επισκέψεις στο ΕΔΑΔ μόνο αρνητικές πρόσφερε καταστάσεις. Για παράδειγμα, είναι γνωστή η θέση από πλευράς Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι θα μπορούν να αποδεχθούν λύση, που εμείς θα δεχθούμε, η οποία θα προβλέπει στέρηση ή μη εφαρμογή του κεκτημένου, ως παράγωγο πρωτογενές δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης! Για ό,τι αφορά δε το ΕΔΑΔ, έχουμε την απόφαση «Δημόπουλος», που εξωνομικά δέχθηκε «αναγνώριση νομιμοποίησης» της Επιτροπής στα κατεχόμενα ως πρώτο δικαστικό διάβημα, ενώ αυτή απλώς συντελεί στην αποξένωση ιδιωτικής ελληνοκυπριακής περιουσίας στην υπό κατοχή περιοχή, ως η επιδίωξη της Τουρκίας, έναντι εξευτελιστικών ποσών αποζημίωσης.

Η όλη κατάσταση απλώς μαρτυρεί ότι, στη χρονική αυτή στιγμή, η Τουρκία επειδή αναμένει, στην προς την Ε.Ε πορεία της, να ανοίξει ένα κεφάλαιο από αυτά που η Γαλλία παρεμπόδιζε την προώθησή του, φροντίζει απλώς να εμφανίζεται «συγκαταβατική» για το Κυπριακό, όπως πράττει παραπλανητικά και όχι τυχαία κάθε φορά που επιδιώκει να προσθέσει στα διά της βίας αποκτηθέντα «κεκτημένα» της, σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πανούργα τακτική ελιγμού με αναλλοίωτη την επεκτατική επιδίωξή της.

Η εντολή του Δημοψηφίσματος επέτρεψε τη διάσωση της Κυπριακής Δημοκρατίας και έτσι κατέστη από 1/5/2004 (και όχι στο απαράδεκτο μόρφωμα που ήθελε, το Σχέδιο Ανάν) πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έκτοτε έχει ίσα και κοινά δικαιώματα, όπως κάθε άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δικαιώματα αναλλοίωτα και ισχυρά που οφείλουμε εμείς οι ίδιοι να αξιώσουμε την πλήρη εφαρμογή τους πριν και μετά τη λύση.

Προφανώς οι αρχές και αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορούν να είναι απλές φραστικές διακηρύξεις χωρίς αντίκρισμα. Δοκιμάζονται, στην πράξη, έξω και πέραν από τη θεωρητική καταγραφή τους σε συμφωνίες, συνθήκες, κανονισμούς και οδηγίες. Τέτοια δοκιμασία των αξιών αυτών αποτελεί η αντιμετώπιση της Ελλάδας. Μια εξουθενωτική μεταχείριση που υφίσταται από πέντε χρόνια, με επιβολή όρων και υποχρεώσεων που τέθηκαν μονομερώς και δεν απέδωσαν.

Τούτο αντί της οφειλόμενης αλληλεγγύης, που προφανώς εφαρμόζεται με ισότιμο διάλογο κατανόησης και συναπόφασης. Στάση πιεστική που καταδείχνει ότι, οι αξίες και οι αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν εφαρμόζονται απαλλαγμένες από επιμέρους συμφέροντα. Αν η ελληνική κυβέρνηση επιτύχει τελικά την καθιέρωση πραγματικής αλληλεγγύης, θα είναι απόδειξη ότι οι λαοί των χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορούν να ανακόψουν τη σημερινή μορφή δύναμης των συμφερόντων και να συντελέσουν στην πραγματική προώθηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Μια τέτοια επιτυχία της Ελλάδας, θα δώσει παράδειγμα αντίστασης και δίκαιης διεκδίκησης, ώστε η Κυπριακή Δημοκρατία να επανακαθορίσει την πραγματικότητα και την αδικία που υφίσταται από την Τουρκία, ως παραβίαση του διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου, που συνεχίζεται προκλητικά και απαράδεκτα εδώ και 41 χρόνια!

ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος