Εξαίρετης σημασίας για τα ιατρικά δεδομένα της Κύπρου κρίνεται η ψήφιση του Περί της Εφαρμογής της Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής Νόμος του 2015, Ν.69(Ι)/2015, που δημοσιεύθηκε στις 15/05/2015. Το ηθικονομικό αυτό ζήτημα απασχολούσε τη Βουλή των Αντιπροσώπων για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, που υπολογίζεται στα 10 έτη.
Ο Περί της Εφαρμογής της Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής Νόμος του 2015 αποτελεί, ίσως, το σημείο κατατεθέν για τον εκσυγχρονισμό του Κυπριακού Ιατρικού Δικαίου, δίδοντας την ευκαιρία απόκτησης τέκνων από ζευγάρια ή μονήρη άτομα -υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις- τα οποία αδυνατούν να αποκτήσουν παιδιά με φυσικό τρόπο ή για να αποφευχθεί η μετάδοση σοβαρής ασθένειας στο τέκνο. Τα δε ζευγάρια καθορίζονται από τον Νόμο ως άντρας και γυναίκα, που έχουν τελέσει νόμιμα γάμο ή διατηρούν σταθερή και μόνιμη σχέση, ενώ τα μονήρη άτομα καθορίζονται ως άτομα τα οποία δεν βρίσκονται σε σταθερή και μόνιμη σχέση με άλλο πρόσωπο.
Σκοπός του εν λόγω Νόμου είναι η ρύθμιση της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής (Ι.Υ.Α.), με απώτερο σκοπό τη διασφάλιση της ελευθερίας του ατόμου, με την ικανοποίηση της επιθυμίας τους για απόκτηση απογόνων, με βάση τα δεδομένα της Ιατρικής και της Βιολογίας, καθώς και τις αρχές της βιοηθικής. Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει πάντοτε να λαμβάνεται υπ' όψιν και το συμφέρον του παιδιού που θα γεννηθεί.
Ο Νόμος προνοεί ότι οποιαδήποτε ιατρική πράξη, που αποβλέπει στην Ι.Υ.Α., διενεργείται με την έγγραφη συγκατάθεση του ζευγαριού που επιθυμεί να αποκτήσει τέκνο, αφού προηγηθεί η καθορισμένη από τον Νόμο συμβουλευτική και ενημερωτική πληροφόρηση.
Σχετικά με τις μεθόδους της Ι.Υ.Α., ο Νόμος αναφέρει, μεταξύ άλλων, την τεχνητή σπερματέγχυση, ήτοι την εισαγωγή σπερματοζωαρίων στο γυναικείο γεννητικό σύστημα με οποιονδήποτε τρόπο εκτός από τη σεξουαλική επαφή και από την άλλη πλευρά, την εξωσωματική γονιμοποίηση και μεταφορά εμβρύων, δηλαδή, την εκτός του σώματος της γυναίκας γονιμοποίηση ωαρίων και τη μεταφορά ενός ή περισσότερων εμβρύων στην ενδομήτρια κοιλότητα της ίδιας ή άλλης γυναίκας. Παράλληλα, ο Νόμος θέτει κάποιους ηθικούς περιορισμούς σχετικά με τις συγκεκριμένες μεθόδους, καθώς και σε άλλα παρεμφερή θέματα.
Σύμφωνα με τον Νόμο, μέθοδοι Ι.Υ.Α. εφαρμόζονται μόνο σε ενήλικα πρόσωπα και όχι πάνω από 50 ετών. Εντούτοις, το Συμβούλιο Ι.Υ.Α., το όποιο εγκαθιδρύεται με τον Νόμο, δύναται να παραχωρεί εξαιρέσεις ως προς το όριο ηλικίας, κατόπιν αίτησης των ενδιαφερομένων, εξειδικεύοντας τους λόγους για τους όποιους ζητείται η παραχώρηση εξαίρεσης.
Σημαίνουσας σημασίας για την Κύπρο αποτελούν οι πρόνοιες του Νόμου που ρυθμίζουν το ζήτημα της παρένθετης μητέρας. Σύμφωνα με τον Νόμο, ως παρένθετη μητέρα νοείται η περίπτωση κατά την οποία μία γυναίκα κυοφορεί και γεννά (φέρουσα ή κυοφόρος), ύστερα από εξωσωματική γονιμοποίηση και μεταφορά εμβρύων, με χρήση γενετικού υλικού ξένου προς την ίδια, για λογαριασμό ενός ζευγαριού, το οποίο επιθυμεί να αποκτήσει παιδί αλλά αδυνατεί για ιατρικούς λόγους.
Η μεταφορά στο σώμα άλλης γυναίκας εμβρύων ξένων προς την ίδια και η κυοφορία από αυτήν επιτρέπεται με διάταγμα Δικαστηρίου, αφού πρώτα εξασφαλισθεί σχετική έγκριση από το Συμβούλιο και γραπτή και χωρίς ανταλλάγματα συμφωνία μεταξύ του ζευγαριού που επιδιώκει να αποκτήσει τέκνο και της γυναίκας που θα το κυοφορήσει, καθώς και του συζύγου της, σε περίπτωση που αυτή είναι έγγαμη. Στη γραπτή συμφωνία μεταξύ των μερών θα πρέπει να αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η παρένθετη μητέρα μετά τη γέννηση του παιδιού θα το παραδώσει αμέσως στο ζευγάρι. Ενώ, απαγορεύει τη διαπραγμάτευση συμφωνιών παρένθετης μητρότητας σε εμπορική βάση. Σε αντίθετη περίπτωση, οι εμπλεκόμενοι διαπράττουν ποινικό αδίκημα και δύναται να καταδικαστούν.
Σχετικά με το Συμβούλιο, αυτό εκδίδει την προαπαιτούμενη γραπτή έγκριση, προκειμένου το ζευγάρι να μπορεί να αιτηθεί στο Δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί μεταξύ άλλων ότι υπάρχει επαρκής απόδειξη ότι η γυναίκα είναι ιατρικώς αδύνατο να κυοφορήσει, ότι η γυναίκα που προσφέρεται να κυοφορήσει είναι κατάλληλη για κυοφορία, την ψυχολογική αξιολόγηση των ατόμων που εμπλέκονται και το κατά πόσον έχουν τη μόνιμη κατοικία ή τη συνήθη διαμονή τους στην Κυπριακή Δημοκρατία. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο εγκρίνει την ιατρική πράξη, αν ικανοποιηθεί ότι το ζευγάρι έχει τελέσει νόμιμα γάμο και έχει εξασφαλισθεί η προαναφερθείσα γραπτή έγκριση του Συμβουλίου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Νόμος αναφέρει ότι η παρένθετη μητέρα δεν είναι ο νόμιμος γονέας του παιδιού, αλλά είναι το ζευγάρι το όποιο επιδιώκει την απόκτηση του τέκνου, με όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που η ιδιότητα αυτή συνεπάγεται. Από την άλλη πλευρά, το ζευγάρι υποχρεούται να παραλάβει το τέκνο αμέσως μετά τη γέννησή του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αρνηθεί να παραλάβει το τέκνο ή να το εγκαταλείψει για οποιονδήποτε λόγο.
Πέραν των πιο πάνω, ο Νόμος ρυθμίζει σωρεία άλλων ζητημάτων, όπως για παράδειγμα την ταυτότητα του δότη, μεγάλο αριθμό εξειδικευμένων ιατρικών ζητημάτων, καθώς και τις προϋποθέσεις παροχής άδειας για την ίδρυση και λειτουργία Μονάδων Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής (Μ.Ι.Υ.Α.), στις όποιες διεξάγονται οι μέθοδοι και οι τεχνικές που προβλέπονται στον Περί της Εφαρμογής της Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής Νόμο του 2015.
ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΕΝΕΛΑΟΥ
Νομικός




