Περνάω συχνά έξω από το νεκροταφείο-κοιμητήριο, ας το πούμε καλύτερα, γιατί περί αυτού πρόκειται, του Αγ. Νικολάου. Όπου αναπαύεται το σεπτό σώμα του μακαριστού πατέρα μου, που αποδήμησε στας αιωνίους μονάς, πριν από 27 τόσα χρόνια… Ε, δεν παραλείπω να αφήσω για δευτερόλεπτα το τιμόνι για να κάνω τον σταυρό μου. Του μιλώ νοερά, τον παρακαλώ να αγκαλιάσει τον γιο μου, τον εγγονό του, που δεν πρόλαβε εν ζωή να συναντήσει, και να προστατεύει την ψυχούλα του εκεί πάνω, όπως και όσο μπορεί…
Προχωρώντας λίγο πιο κάτω, πάλι υπάρχει κάτι που με βάζει σε σκέψεις. Εκεί που ευρίσκεται το μνημείο του Γεώργιου Γρίβα. Του Διγενή. Ενός ανθρώπου τόσο αμφιλεγόμενου, που όσα βιβλία και να μελετήσεις, είναι αδύνατον να καταλήξεις σε συγκεκριμένα συμπεράσματα. Τι να υιοθετήσεις από τις διάφορες πολιτικές προσεγγίσεις για τον Γρίβα; Να πιστέψεις το ΑΚΕΛ και τους συν αυτώ, που χρησιμοποιούν τη λέξη: Ο ολετήρας της Κύπρου; Ή τον χαρακτηρισμό Χίτης - σφοδρός αντικομμουνιστής, που συνήθως προσθέτουν; Επειδή έμαθα να αμφισβητώ τα πάντα, δεν μπόρεσα να παραμείνω τυφλά και εσαεί προσανατολισμένος σε αυτές τις πεποιθήσεις, που, βέβαια, ως νέος φοιτητής στη Θεσσαλονίκη -και ψηφοφόρος τότε του Αγώνα- υιοθετούσα. Θέλησα, και το έπραξα, να ερευνήσω βαθύτερα- πιο σφαιρικά- τα της ζωής του στρατηγού. Να τον κρίνω με την καρδιά μου, και όχι μόνο με τη λογική…
Διότι νομίζω πως τον αδικούμε όταν παραμένουμε σε όσα οι αντίπαλοί του τού καταλογίζουν. Δεν νομίζω πως ήταν ένα «τέρας» ή ο κακός δαίμων για τη Μοίρα της νήσου. Όπως περνούσα, λοιπόν, ένα απόγευμα, στάθμευσα το αυτοκίνητο κάπου κοντά, και άφησα τα βήματά μου να με οδηγήσουν μπροστά στο γκρίζο άχαρο εκείνο άγαλμα, που τόσο έχει διχάσει τους συμπατριώτες μας. Δίπλα σε ένα γκαράζ, που έτυχε να 'ναι μισάνοικτο, φαινόταν και το πλοιάριο (είναι το «Άγ. Γεώργιος»;), με το οποίο, καταπονημένος, έφθασε εξ Ελλάδος το βράδυ της 10ης Νοεμβρίου 1954 στις ακτές της Πάφου, αφού από το 1952 ετοίμασε τις λεπτομέρειες της διεξαγωγής του αγώνα. Για να κηρύξει εκείνο τον υπέροχο, και το τονίζω, υπέροχο, αγώνα των παλληκαριών που θυσιάστηκαν στην αγχόνη και αλλού, γιατί είχαν πυξίδα τους την εθνική ολοκλήρωση -την Ένωση- με τη μητέρα πατρίδα.
Κάθισα και είχα ένα νοερό διάλογο, μαζί του: Θυμήθηκα, από βιβλία που έχω μελετήσει, προσωπικές στιγμές του ανθρώπου. Πόσο εξουθενωμένος ήταν, όταν αποβιβάστηκε από το σκάφος και φιλοξενήθηκε σε φιλικό σπίτι, όπου η νοικοκυρά, όταν τον είδε έτσι κάτωχρο, αδυνατισμένο από το πολυήμερο, βασανιστικό ταξίδι, είπε: «Μα κοιτάξετε πόσο χάλια εν τούτος ο γέρος… Εν άρρωστος, να του κάμω ένα τσάι και τον βάλουμε να ξαπλώσει!». Ή, όταν αργότερα, που τον κυνηγούσαν οι Άγγλοι, κρυβόταν στο της Λεμεσού σπίτι-κρησφύγετο, προτού πέσει για ύπνο, αντί καληνύχτα, έλεγε:
«Καλό βράδυ και ζωή εν τάφω…!». «Πώς βλέπεις τώρα τα πράγματα, στρατηγέ μου; Άξιζε να αγωνιστείς, μέσα στα βουνά του Κύκκου και της Πιτσιλιάς, κρυπτόμενος και υφιστάμενος τόσες κακουχίες, για να βλέπουμε τώρα την απαράδεκτη αυτή εικόνα - σχηματισμένη με άσπρες πέτρες, στην πληγωμένη του Πενταδάκτυλου πλευρά, που οι ασχημονούντες νεο-βάρβαροι εξ Ανατολίας έφτιαξαν; Δεν μπορούσες, άραγε, να συνεννοηθείς με τον Αρχιεπίσκοπο; Τι ήταν αυτό που σας χώριζε και φτάσαμε σε αυτό το χάλι σήμερα; Η φιλοδοξία του; Η δική σου πεισματική ισχυρογνωμοσύνη; Οι συνομωσίες των τουρκόφιλων-τουρκολάγνων Εγγλέζων; Πες μου, επιτέλους, τι;».
Μου φάνηκε ότι με κοίταξε με άγριο βλέμμα ο στρατηγός. Δεν άντεξα να αντικρίσω το σκοτεινό, δυνατό ύφος του! Ακόμη και ως πέτρινο άγαλμα, προκαλεί ένα παράξενο, απόκοσμο δέος…! «Έχεις δίκιο, στρατηγέ μου…», του είπα, φεύγοντας για να πάω στο αυτοκίνητό μου. «Φταίξαμε όλοι. Λαός και ηγεσία. Αλλά, δεν σας κρατάμε κακία. Διότι ως άνθρωποι ατελείς, διαπράττομεν λάθη…!».
ΑΝΤΩΝΗΣ Μ. ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΗΣ
Στοχαστής-ερευνητής




