Το «κοινό όραμα», ενώ έπρεπε και πρέπει να είναι διαφανές και δίκαιο για έναν λαό και μια χώρα της Ε.Ε., παραμένει αναφορά που μπορεί να αφήσει τη δική μας πλευρά εκτεθειμένη σε επικρίσεις ή πιέσεις

Η επίλυση του Κυπριακού αποτελεί δικαίως τη διαχρονική επιδίωξη της Κυπριακής Δημοκρατίας ως του νόμιμου και αναγνωρισμένου κράτους, που υφίσταται την παράνομη κατοχή, εκτοπισμό, διαίρεση και εποικισμό που επέβαλε με την ισχύ των όπλων η Τουρκία από το 1974. Η πλευρά μας μάλιστα, ως Ελληνοκύπριοι, προς επίτευξη αυτού του στόχου έχει προβεί διαχρονικά σε υποχωρήσεις μέσα από τη διαδικασία των ενδοκυπριακών συνομιλιών. Δεν πέτυχε όμως επίλυση, γιατί η ένοχος για την παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου Τουρκία παρέμεινε στο απυρόβλητο, απόλυτα αδιάλλακτη.

Ανεξάρτητα με την πολιτική κρίση που τώρα αντιμετωπίζει η Τουρκία, χωρίς αυτοδύναμη μονοκομματική κυβέρνηση, στην Κύπρο η εκλογή του κ. Ακιντζί, ως ηγέτη των Τουρκοκυπρίων (όπως εμείς τον αναφέρουμε, ενώ ο ίδιος εξελέγη παράνομα ως Πρόεδρος ενός ανύπαρκτου και μη αναγνωρισμένου ψευδοκράτους), διαμορφώνει ελπίδα για μια διαφορετική θεώρηση της προσπάθειας για εξεύρεση λύσης. Όμως πέραν από τις φιλοφρονήσεις, ασπασμούς, χαμόγελα και τα μηνύματα που εκπέμπονται μέσα από τις συναντήσεις στην παλιά Λευκωσία της «πράσινης γραμμής», και στο Ριάλτο της Λεμεσού, σημασία θα πρέπει να αποδοθεί και μάλιστα ειδικής βαρύτητας στα λεχθέντα από τον κ. Ακιντζί, μετά τη συνάντησή του στα γραφεία του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ.

Πέραν από το ότι το ίδιο το ταξίδι εκπέμπει πολλά μηνύματα, εκεί σαφώς αναφέρθηκε στο «κοινό όραμα» των δύο ηγετών. Το έπραξε απροσδιόριστα. Σημαντικό όμως στοιχείο της αναφοράς αυτής δεν ήταν μόνο το απροσδιόριστο του «κοινού οράματος», αλλά ο τονισμός ότι το όραμα αυτό το έχουν δύο ηγέτες που ψήφισαν «ΝΑΙ» στο δημοψήφισμα το 2004.

Μια δήλωση στον συγκεκριμένο χώρο, που βρίσκεται σαφώς σε σύγκρουση με τη διαφορετική και εκπεφρασμένη γνώμη του 76% των Ελληνοκυπρίων ψηφοφόρων του «ΟΧΙ» κατά το δημοψήφισμα. Κατάσταση που φανερώνει ότι το «κοινό όραμα» των δύο ηγετών, όπως τουλάχιστον το αντιλαμβάνεται και το διακηρύσσει ο κ. Ακιντζί (ενδεχομένως και η εργασία που επιτελούν εξουσιοδοτημένα οι δύο διαπραγματευτές), πρέπει να «πωληθεί» στον λαό ως η σχετική από χρόνια υπόδειξη, που αντιμετωπίζει μεγάλα οικονομικά προβλήματα και έτσι μπορεί να πιστέψει ότι η ευημερία του θα επιτευχθεί μέσα από μια λύση-κλείσιμο του Κυπριακού. Μια λύση-κλείσιμο με προϋποθέσεις που να επιβεβαιώνουν, με ασάφειες ή υποσημειώσεις, κατά τρόπον προφανή και προβλεπτό, την επιδίωξη της Τουρκίας από την εποχή της έκθεσης Ν. Ερίμ, για τουρκοποίηση της Κύπρου. Άρα το «κοινό όραμα», ενώ έπρεπε και πρέπει να είναι διαφανές και δίκαιο για έναν λαό και μια χώρα της Ε.Ε., παραμένει αναφορά που μπορεί να αφήσει τη δική μας πλευρά εκτεθειμένη σε επικρίσεις ή πιέσεις.

Ας προσγειώσουμε έγκαιρα τις ψευδο-ελπίδες που εκπέμπουν όλες αυτές οι φιλικές συναντήσεις, και ας καθορίσουμε με μεγάλη προσοχή και σοβαρότητα σαφώς τα δικαιώματά μας, στο πλαίσιο της υπεροχής του κοινοτικού κεκτημένου, έναντι υπαρκτών εθνικών Συνταγμάτων και/ή της όποιας μελλοντικής μετεξέλιξης του Συντάγματος κάθε κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή η σωστή και υπεύθυνη στάση θα φέρει λύση που θα είναι δικαία και λειτουργική.

Το κλειδί λύσης δεν μπορεί να βρίσκεται και να εξαρτάται από τον ένοχο που δημιούργησε την παραβίαση σωρευτικά του Διεθνούς Δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την οποία και συνεχίζει για 41 συνεχή έτη η Τουρκία. Άλλωστε, αν είναι ορθή η κοινή παραδοχή των κ.κ. Αναστασιάδη και Ακιντζί, ότι «υπήρξαν λάθη», ας φροντίσουμε αφ’ ενός να μην υπάρξουν άλλα και αφ’ ετέρου η λύση να μη στηριχθεί στα λάθη και υποχωρήσεις που έγιναν.

ΑΝΔΡΕΑΣ Σ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος