«Όταν δεν ξέρεις πού πηγαίνεις, κοίτα από πού έρχεσαι». Αυτό λέει μια παροιμία από το Μπενίν της Αφρικής. Σήμερα ζούμε ασφυκτικά στριμωγμένοι στα προσωπικά αλλά και στα συλλογικά μας αδιέξοδα, χωρίς να μπορούμε να διακρίνουμε -με εξαίρεση κάποιων εκ του κυβερνητικού σχήματος και της «κυβερνητικής αντιπολίτευσης»- την παραμικρή αχτίδα φωτός. Όταν τα πράγματα φτάνουν σε τέτοια επίπεδα αβεβαιότητας, ανασφάλειας και απελπισίας, θα έπρεπε να νιώθουμε συλλογικά την ανάγκη να στρέψουμε το βλέμμα προς τα πίσω, αν μη τη άλλο, για να καταλάβουμε πώς φτάσαμε ώς εδώ. Αυτός ο αδιάκοπος διάλογος του παρόντος με το παρελθόν θα έπρεπε να υφαίνει και να διέπει την κάθε μας απόφαση, την κάθε μας κίνηση.

Να ’μαστε λοιπόν στο 1956, όταν οι δύο εκθέσεις από τον Νιχάτ Ερίμ ενσαρκώνουν την τουρκική Υψηλή Στρατηγική στο Κυπριακό, θέτοντας τις μακροχρόνιες επιδιώξεις της Τουρκίας στο κυπριακό ζήτημα. Εδώ και 60 τόσα χρόνια η κατοχική Τουρκία την ακολουθεί πιστά, με συνέπεια και ευλάβεια, σε αντίθεση με μας, που μας χαρακτηρίζει η σπασμωδικότητα και η παντελής έλλειψη στρατηγικής και εθνικού προσανατολισμού.

«Βήμα βήμα, δάκρυ δάκρυ…» και με αμέτρητα «πώς και γιατί», αποκτούμε ένα κουτσουρεμένο σύνταγμα, που μας έδωσε όμως μια σημαία, ένα κράτος, την Κυπριακή Δημοκρατία. Οδηγούμαστε στις ταραχές του 1963, όπου είμαστε και πάλι θεατές σε ένα στημένο παιχνίδι, ακλουθώντας το μονοπάτι που χάραξε ο ξένος δάκτυλος για μας, χωρίς ιδιαίτερη αντίληψη για τους μακροχρόνιους σχεδιασμούς. Πραξικόπημα, εισβολή, κατοχή, εκτοπισμός, αγνοούμενοι, περιφρονημένοι από την ίδια μας την ιστορία. Αποδεχόμαστε, όμως, τη μοίρα μας και τη διεθνή οικονομική βοήθεια που μας επιτρέπει να σταθούμε στα πόδια μας και κάνουμε σήμερα αναφορές περί οικονομικού θαύματος.

Ανακήρυξη του ψευδοκράτους 1983, εμείς αμετακίνητοι κάνουμε διαβήματα και κερδίζουμε ψηφίσματα για την απαράδεκτη στάση της Άγκυρας και του Ντενκτάς, όμως για να μη μας πουν και αδιάλλακτους, συνεχίζουμε να συζητάμε και να διαπραγματευόμαστε επί των νέων δεδομένων, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα και τη διεθνή οικονομική στήριξη για να μπορεί να συνεχιστεί το οικονομικό θαύμα. Καθώς διανύουμε τη δεκαετία του ‘80 και ‘90, με τη συνεχιζόμενη διολίσθηση των εθνικών μας διεκδικήσεων, περνάμε ανέμελα στο φιάσκο των S300 και φτάνουμε στο 2004, απολαμβάνοντας σε όλην αυτήν την πορεία τα κεκτημένα, διογκώνοντας ταυτόχρονα τον δημόσιο και ευρύτερο ημιδημόσιο τομέα, για να βολεύονται όλοι από λίγο και να εθελοτυφλούν.

Ένα αίσθημα εθνικής υπερηφάνειας ακολούθησε το δημοψήφισμα του 2004, όπου η μικρή Κύπρος «τα κατάφερε» να σταθεί ακλόνητη στις επιβουλές των ξένων. Αμέσως μετά έρχεται η ένταξή μας στην ευρωπαϊκή οικογένεια της ευημερίας και της αλληλεγγύης, και 4 χρόνια μετά, με το σπαθί μας (τρομάρα μας) μπαίνουμε στο ευρώ. Ζούμε πλέον στην εποχή της ανεμελιάς και της επίπλαστης ευμάρειας, το Δημόσιο δανείζεται για να συντηρηθεί (όπως εύστοχα επεσήμανε ο Γ. Σουρής πριν από 100 χρόνια, «100 να εξοδεύει και 50 να μαζεύει») με «αλληλέγγυα επιτόκια», και όλα έβαιναν καλώς αφού όλο και περισσότεροι νεόπλουτοι έμπαιναν στο πάρτι του ασύδοτου δανεισμού των «υπεύθυνων» τραπεζών.

Οι «εκσυγχρονιστικές» πολιτικές μας ελίτ στο παραλήρημα των εκατομμυρίων του «ευρωπαϊκού» οράματος και σε άρτια συνεννόηση με όλους τους αλληλέγγυους εταίρους, ενέδωσαν σε οδυνηρές υποχωρήσεις όσον αφορά την πορεία του εθνικού μας προβλήματος, δίνοντας πλέον την εντύπωση πως η ορθή λύση (που πιθανόν να εξυπάκουε μια συγκρουσιακή πολιτική διεκδίκηση με ένα μακρύτερο ορίζοντα στρατηγικού σχεδιασμού) είναι αγκάθι στα πλάνα τους που θα τους χαλάσει το πάρτι. Μπαίνουμε στον αστερισμό της οικονομικής κρίσης και της αποικιοκρατίας του Μνημονίου, στα «κουρέματα και στις αποτριχώσεις», στην κατάργηση θεσμών και αξιών, στην ασυδοσία και στην ατιμωρησία, φτάνοντας στο σήμερα, με τον απλό πολίτη να παρακολουθεί άναυδος και απορημένος.

Υπάρχει μια διάχυτη ικανοποίηση, μια ανυπόστατη αισιοδοξία, μια αβάσιμη προοπτική, σαν να ήταν κάποιοι άλλοι αυτοί που βίωσαν τα προαναφερθέντα και όχι εμείς, σαν να άλλαξαν οι επιδιώξεις της Τουρκίας, σαν να άλλαξε η ληστρική φιλοσοφία των τραπεζών, σαν να μπορεί ο απαιτούμενος εκσυγχρονισμός και μεταρρύθμιση του κράτους να γίνει με ευχολόγια και επικοινωνιακές φανφάρες.

Εγώ ακούω και σωπαίνω, όχι πως δεν θέλω να αισιοδοξώ, όχι πως δεν θέλω να ξαναονειρευτώ, να ελπίζω για κάτι καλύτερο, αλλά η ασύδοτη διακυβέρνηση διαχρονικά (αλλά ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια) μου αφαίρεσε το δικαίωμα στην ελπίδα και έμενα όπως και πολλών άλλων. Οι δικές μου έγνοιες όμως είναι περισσότερες, αφού αναμετρώ σήμερα το βαρύ κοινωνικό τίμημα των πολιτικοοικονομικών μας «κατακτήσεων» (όπως αυτοί φρόντισαν να μας τις παρουσιάσουν).

Η αδιέξοδη εθνική μας πορεία (αλλά συνάμα καταστροφικά εξελικτική με όλες τις διαχρονικές οδυνηρές μας υποχωρήσεις), ο απότομος πλουτισμός της χώρας με την ένταξή μας στην Ευρώπη, ενίσχυσε το ρουσφέτι, τη διαφθορά και την ανομία στα σπλάχνα της κοινωνίας μας. Μια κοινωνία απροετοίμαστη να αφομοιώσει και να προσαρμοστεί στην ασυδοσία όπου την διέσυρε η ηγεσία της. Διαπλεκόμενοι εισαγγελείς, συνδικαλιστές, βουλευτές, κομματάρχες, μεγαλόσχημοι υπουργοί, φαίνεται να εμπλέκονται σε απίστευτα σκάνδαλα, σε αγαστή συνεργασία με πολυεθνικές εταιρείες και κολοσσιαίες μίζες.

Η πολιτική μας ελίτ απέδειξε περίτρανα ότι έχει μια πολύ ρηχή γνώση του τόπου, του λαού και των αναγκών από εκείνην που θα έπρεπε να έχει και να είναι βασισμένη στην εμπειρική σοφία της ιστορικής παρακαταθήκης. Όπως και να 'χει, πολλοί βλέπουν σήμερα πέρα και πάνω από κομματικές και ιδεολογικές αγκυλώσεις, ότι αναδρομικά η εθνική και οικονομική μας κοντοφθαλμοσύνη και ασυδοσία αποδείχτηκαν μια στραβοτιμονιά, που έμελλε να ρίξει το ξαρμάτωτο νησάκι μας στα βράχια. Αλήθεια, ποιος συλλογικός λήθαργος άφησε να θεριέψουν μέσα μας τόσες αυταπάτες για το πού μας οδηγούσαν οι διαχρονικές μας ηγεσίες; Πραγματικά νιώθω ότι χάσαμε την εθνική μας πυξίδα. Ας κοιτάξουμε, λοιπόν, προς τα πίσω, για να βρούμε από πού ξεκινήσαμε και πώς φτάσαμε ώς εδώ.

ΔΡ ΔΩΡΟΣ ΠΑΦΙΤΗΣ
Οργανωτικός Γραμματέας Συμμαχίας Πολιτών