Πέμπτη, 21 Μαΐου. Η γιορτή της Λένιας. Ευχές και χαμόγελα στη συνεδρία του Συνδέσμου Αποφοίτων του Λυκείου Νεοκλέους. Φορτισμένες οι μπαταρίες από συζήτηση για χίλια δυο που τεκταίνονται γύρω μας, για εμάς, χωρίς εμάς. Εννιάμισι το βράδυ βγαίνεις στο τηλέφωνο, ζεστός, άμεσος, πρόθυμος ν’ ακούσεις, σκέψεις, έννοιες, παράπονα. Οι λέξεις σου, βάλσαμο στην ψυχή: «Δεν σου φέρθηκε τόσο καλά η ζωή και λυπάμαι που δεν μπορούσα να βοηθήσω». Αυθόρμητη η απάντηση: «Και που το λες, μου φτάνει». Σαν τελευταία ορμήνια τα λόγια σου: «Μην αδικείς τον εαυτό σου, μάθε να ζητάς ό,τι σου αξίζει, τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο». Προφητικός! Κι ύστερα, προσθέτεις: «Δούλεψε το κείμενο για τον διαγωνισμό, πάρε με αύριο να το δούμε μαζί».

Παρασκευή, από τις έντεκα το πρωί ώς αργά το βράδυ, Σάββατο όλη μέρα, Κυριακή όλο το πρωινό σε ψάχνω, απάντηση καμία. Ανησυχία που την αποκοιμίζω με τη σκέψη «κάπου θα ’χουν πάει να ξεκουραστούν». Κυριακή μεσημέρι τα μαντάτα μού λύνουν τα γόνατα. Οι μνήμες ματώνουν. Όλος ένα χαμόγελο στις συνεδρίες, στις γιορτινές συγκεντρώσεις των αποφοίτων, στοχαστικός, οι κουβέντες σου μετρημένες, αληθινές, αντρίκιες.

Σήμερα δανείζομαι λέξεις από κείμενό σου, σαν να σου τις επιστρέφω, οφειλή ανεξόφλητη: «Προσωποποίηση της καλοσύνης, της αλληλεγγύης, της ανθρωπιάς που τόσο μας χρειάζεται σ’ αυτήν τη σύγχρονη κοινωνία του άκρατου ανταγωνισμού και του καταναλωτισμού, και τις αποφάσεις των ευρωπαϊκών κέντρων που κατέστρεψαν τη μικρή μας οικονομία κι έφεραν ανεργία, πόνο, δυστυχία». Έννοια σου πάντα ο άνθρωπος: «Να του δίνουμε πνευματική τροφή, αρχές και ιδεώδη, μ’ αυτά γαλουχηθήκαμε στο σχολείο μας εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Πάντα να ψάχνουμε την αλήθεια, σκοπός ζωής να είναι η αναζήτησή της. Και να προσφέρουμε χωρίς ατομικούς υπολογισμούς».

Τώρα, το δίλημμα μεγάλο. Να πω ευχαριστώ για τα είκοσι τρία χρόνια που υπήρχες, από μακριά, ναι, μα υπήρχες κι η αίσθηση στήριζε. Να πω ευχαριστώ για το προνόμιο να ’μαι ίσως το τελευταίο όχι δικό σου, με την έννοια τη συγγενική, άτομο που μοιράστηκες συναισθήματα ώς την ύστερη στιγμή; Συγχώρεσέ με, Αντρέα, μ’ αυτό θα το κρατήσω. Θα μου χρειαστεί τώρα που φεύγεις. Όπως θα χρειαστούν τη ζεστασιά, την ανθρωπιά και το χαμόγελό σου οι δικοί σου μα κι όσοι ευλογήθηκαν να σε συναντήσουν στον δρόμο τους.

Καλό παράδεισο, Αντρέα.

ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ ΠΡΕΚΑ