Με τη συμπλήρωση 140 χρόνων από τη γέννηση και 50 από τον θάνατο του πατέρα μου αισθάνομαι την ανάγκη να μνημονεύσω μια διαχρονικής για μένα αξίας πατρική παραίνεση, που μπορεί να ενδιαφέρει και άλλους. Ήταν καλοκαίρι του 1937. Βρισκόμουν στο χωριό για τις σχολικές διακοπές. Μόλις είχα τελειώσει την τετάρτη τάξη του Παγκύπριου Γυμνασίου. Μου ζήτησε μια μέρα ο πατέρας μου να πάμε μαζί να ποτίσουμε το περβόλι. Μου άρεσε αλλά μου έκανε εντύπωση. Πρώτη φορά έγινε κάτι τέτοιο και διερωτόμουν γιατί. Συνήθως με έστελλε μόνο μου ή με κάποιον υπάλληλο για το πότισμα. Θα φανεί στη συνέχεια ο λόγος.
Εκείνες τις μέρες, ένας πολύ καλός μου φίλος, που αγαπούσα πολύ, και ήμασταν αχώριστοι, όλως ανεξήγητα με κατηγόρησε σε άλλους συνομήλικούς μας με τα χειρότερα λόγια, όλα ψέματα. Αυτό με πλήγωσε βαθιά, διότι δεν το περίμενα ποτέ από αυτόν ειδικά τον φίλο που αγαπούσα τόσο πολύ. Ήμουν πολύ στενοχωρημένος και μελαγχολικός, κάτι ασυνήθιστο για μένα και ο πατέρας μου το πρόσεξε. Ερωτώντας, έμαθε από τη μητέρα μου τον λόγο, αλλά δεν μου είπε τίποτε. Ήταν πάντα διακριτικός. Κατά τους άλλους φίλους μου εκείνος ο φίλος, που με κατηγόρησε τόσο άδικα, το έκανε από φθόνο διότι στην πανήγυρη της Αγίας Παρασκευής είχαν διοργανωθεί από τα Σωματεία αγώνες στίβου και εγώ ήλθα πρώτος και πολυνίκης κι εκείνος ήλθε τρίτος.
Ξεκινήσαμε για το περβόλι. Περάσαμε από τον στάβλο να πάρουμε τα ζώα. Εγώ πήγα να ετοιμάσω το μουλάρι και άφησα στον πατέρα μου το άλογο. Όχι, μου είπε, πάρε εσύ το άλογο, μ’ αρέσει να σε καμαρώνω πάνω στο άλογο, σου πάει, θα πάρω εγώ το μουλάρι. Καθ΄ όλη τη διάρκεια του ποτίσματος ο πατέρας παρέμεινε κοντά μου και ήταν ιδιαίτερα τρυφερός μαζί μου. Δεν παρέλειπε να μου μιλά με πολλήν αγάπη και γενικά μου συμπεριφερόταν με ξεχωριστή αβρότητα, που δεν με είχε συνηθίσει. Η συνήθης αυστηρότητά του έδωσε τη θέση της στη στοργική τρυφερότητα, σε βαθμό που με παραξένευε. Όταν τελειώσαμε το πότισμα, μάζεψε μερικά σύκα και ένα πεπόνι και μου ζήτησε να καθίσουμε κάτω από την παχιά σκιά του μεγάλου ευκαλύπτου μας.
Ήταν από τις λίγες φορές που βρέθηκα μόνος, μέτωπο με μέτωπο, με τον πατέρα μου για τόση ώρα και ένιωθα πολύ κολακευμένος και περήφανος. Τον σεβόμουνα και πιο πολύ τον αγαπούσα και τον θαύμαζα για τις άφθονες αρετές του, την ισχυρή του προσωπικότητα που γέμιζε τον χώρο όπου κι αν βρισκόταν. Ρουφούσα όσα και ό,τι έλεγε γιατί ήταν πάντα σωστά, σοφά, μεστά περιεχομένου. Δεν μιλούσε πολύ. Άφηνε άλλους να λένε και μόνο όταν έπρεπε να λεχθεί κάτι που δεν το είπε άλλος, τότε επενέβαινε και αυτό τού το αναγνώριζαν όλοι ως μεγάλο προτέρημα, γι’ αυτό εκείνο που έλεγε ήταν θέσφατο για όλους. Σαν παίρναμε το φρούτο μας, μόνοι στο περβόλι, ο πατέρας άρχισε να μου λέγει:
«Ξέρεις, παιδί μου, oι άνθρωποι είναι κατά βάθος καλοί και αξιαγάπητοι, όμως φαίνεται ότι ο Μεγάλος Θεός στη βία του να στείλει τον άνθρωπο στη Γη, για να δημιουργήσει τον Κόσμο, δεν πρόφθασε να τον ολοκληρώσει, να τον τελειοποιήσει. Τον εξαπέστειλε με μερικές ατέλειες, μικρότητες, ζήλια, φθόνο και άλλες αδυναμίες, αφήνοντάς τον να κάνει κι εκείνος κάτι για να τελειοποιηθεί. Ο καθένας με τις δικές του τις προσπάθειες και ανάλογα με τις πνευματικές και ψυχικές του δυνάμεις συμπληρώνει τυχόν ελλείψεις του. Δυστυχώς, δεν το επιτυγχάνουν όλοι. Οι εκλεκτοί με δική τους θέληση και επίμονη προσπάθεια πετυχαίνουν να συμπληρώσουν αυτές τις ελλείψεις και να γεφυρώσουν τις ατέλειές τους.
Αυτοί είναι τυχεροί, αλλά πρέπει να είναι και επιεικείς με όσους δεν τα καταφέρνουν. Όταν τύχει να βρεθεί στον δρόμο μας ένας απ’ αυτούς που αποτυγχάνουν, να τον αντιμετωπίζουμε με συμπάθεια και κατανόηση. Και αν καμιά φορά μάς θίξει, να ξέρουμε ότι είναι λόγω των ελλείψεών του αυτών και να μη τον συνεριζόμαστε. Εμάς δεν πρέπει να μας επηρεάζει, ούτε ν’ αλλάζει τα αισθήματα και τις αρχές μας. Να μη στερήσουμε τον εαυτό μας από το μεγάλο αγαθό της αγάπης για τον συνάνθρωπό μας. Να μην σταματήσουμε ν’ ανεχόμεθα τους ανθρώπους και με τα ελαττώματά τους. Αντίθετα, αυτούς τους αδικημένους από τη φύση, λόγω των ελλείψεών τους αυτών, που μας έχουν ανάγκη, να προσπαθούμε να τους βελτιώσουμε με το δικό μας καλό παράδειγμα.
Να τους συγχωρούμε, διότι έτσι θα έχουμε ήσυχη τη συνείδησή μας και θα κτίζουμε τη δική μας διαχρονική μεγαλοψυχία, από την οποία αντλούμε τη μεγαλοσύνη της ψυχής μας, η οποία οδηγεί σ’ αυτό που όλοι ονειρευόμεθα, την πραγματικήν ευτυχία. Μην επιτρέψεις η μικρότητα ενός άλλου να φθείρει τα δικά σου αισθήματα. Είναι το πολυτιμότερο αγαθό για τον καθένα μας. Αν το επέτρεπες, θα έκανες εσύ ο ίδιος μεγαλύτερη ζημιά στον εαυτό σου από ό,τι θα μπορούσε όλος ο κόσμος μαζί να σου προκαλέσει. Προπαντός μην επιτρέψεις ποτέ να μπει στην καρδιά σου μίσος για οποιονδήποτε και για κανένα λόγο, όσο και να σε βλάψει ο άλλος, γιατί εκείνος που μισά, εκείνος μόνο υποφέρει, καταπίνει τη χολή του και βλάπτει τον εαυτό του, ενώ ο μισούμενος αχάμπαρος κι ανεπηρέαστος απολαμβάνει τη ζωή του». Μου μιλούσε τόση ώρα για όλα αυτά χωρίς ν’ αναφερθεί στον φίλο μου.
Το μήνυμα όμως εγώ το πήρα και ήταν σαφέστατο. Μόλις γύρισα σπίτι κάθισα και κατέγραψα με κάθε λεπτομέρεια τα σοφά εκείνα λόγια του πατέρα και τα έχω έκτοτε θησαυρίσει βαθιά στην καρδιά μου. Τα διατηρώ ως ακριβό φυλακτό, έγιναν οδηγός μου, λάβαρο της ζωής μου. Σ’ αυτά οφείλω τη διαχρονική ψυχική μου γαλήνη, την ανεκτικότητα, την ηρεμία και την αντοχή μου. Τίποτε και κανένας δεν μπόρεσε ποτέ να μου τα χαλάσει, παρ’ όλες τις δυσκολίες και τις αλλεπάλληλες προκλήσεις της ζωής και των ανθρώπων και τα αλληλοδιάδοχα σκαμπανεβάσματα στο διάβα μου. Το άγχος είναι άγνωστο σε μένα και οι προθέσεις των άλλων με αφήνουν αδιάφορο. Είμαι ικανοποιημένος από τη ζωή και ήσυχος με τη συνείδησή μου. Είμαι ευτυχής. Και αυτό το οφείλω στον αείμνηστο ακριβό πατέρα μου.
Σκέφτομαι συχνά, μέχρι πού θα μπορούσε να είχε φθάσει ο άνθρωπος αυτός, εάν είχε την τύχη να σπουδάσει σε πανεπιστήμιο ή έστω να είχε τελειώσει το γυμνάσιο. Δεν τελείωσε ούτε καν το δημοτικό. Μόνο μέχρι την τετάρτη τού επέτρεψαν οι ανάγκες να πάει, αλλά με τις συνεχείς μελέτες του, τις γνώσεις και τη σοφία του συναγωνίζετο τους δασκάλους. Εδανείζετο βιβλία από τη Λευκωσία και τα ρουφούσε. Αρθρογραφούσε στις εφημερίδες. Ο δάσκαλος του χωριού, ο Σοφοκλής Πουλλής, ένας εξαίρετος δάσκαλος και ξεχωριστός άνθρωπος, από τη Λάπηθο, όταν με φιλοξενούσε τα Χριστούγεννα του 1932 στο σπίτι του στη Λάπηθο, ως βραβείο για τις εξωσχολικές μου δραστηριότητες, μια μέρα σαν τρώγαμε είπε στη γυναίκα του: Όλες τις αρετές που θαυμάζεις στον Φώτο, του τις κληροδότησε ο πατέρας του. Είναι ένας σοφός άνθρωπος σε βαθμό που μ’ εκπλήττει, με εντυπωσιάζει η ευρυμάθειά του, το πόσα πράγματα ξέρει και τους κάνει άριστη χρήση, χωρίς να έχει πάρει ανώτερη μόρφωση. Δεν τέλειωσε ούτε το δημοτικό.
ΦΩΤΟΣ ΙΑ. ΦΩΤΙΑΔΗΣ
Ph.D




