Βιώνουμε κάθε τόσο όλοι μας (εκπαιδευτικοί, μαθητές, γονείς και κοινωνία) την οδυνηρή εμπειρία των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων, μια διαδικασία που αποκαλύπτει ουσιαστικά την αντιφατικότητα αυτών που διδάσκονται στα σχολεία μας (δημοκρατία, διαφάνεια, αξιοκρατία, συμμετοχή, συναπόφαση, κ.λπ.) και της πρακτικής εφαρμογή τους, τόσο από το κράτος (Υπ. Παιδείας και Πολιτισμού) όσο και από τη συντεχνία των καθηγητών, την ΟΕΛΜΕΚ. Το μεν κράτος (μέσω του κόμματος που διαχειρίζεται την εκτελεστική εξουσία), και διά μέσου του καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργείου, προωθεί προειλημμένες αποφάσεις, όπως π.χ. περιορισμός κόστους λειτουργίας, περιορισμός των εν υπηρεσία εκπαιδευτικών, αλλαγή κατεύθυνση της εκπαίδευσης κ.λπ. Το δε συνδικαλιστικό όργανο, πάντα ανέτοιμο και πάντα υπό αιφνιδιασμό, απλώς τοποθετείται περιστασιακά επί των κρατικών προτάσεων, με βάση τις εσωτερικές πιέσεις και τις κομματικές οδηγίες, χωρίς δικό του όραμα και στοχοθεσία.
Ως αποτέλεσμα έχουμε:
· Μια συνεχή ενδοσυντεχνιακή σύγκρουση των κλαδικών οργανώσεων (όσων είναι οργανωμένων), λόγω συγκρουόμενων συμφερόντων.
· Αντιφατικές τοποθετήσεις της ΟΕΛΜΕΚ, που ποδηγετείται από κομματικές αποφάσεις και από τις μαξιμαλιστικές απαιτήσεις του κράτους, όπως συνήθως πρωτοπαρουσιάζονται τάχα προς διαπραγμάτευση.
· Ο «διάλογος», όπως διεξάγεται, περιστασιακά και αποσπασματικά από μέρους της ΟΕΛΜΕΚ, οδηγεί εντέλει στην ικανοποίηση των κρατικών στόχων, που ως επί το πλείστον δεν άπτονται θεμάτων παιδείας (βλέπε έκθεση Διεθνούς Τραπέζης, μνημονικές απαιτήσεις).
· Έτσι φτάνουμε σε μια διαδικασία παλινδρόμησης θέσεων, στην απουσία μακροπρόθεσμων σχεδιασμών, νέων ιδεών, ξεκάθαρων στόχων και ορθής διαδικασίας λήψης αποφάσεων από πλευράς της ΟΕΛΜΕΚ.
Δεν θα σταθώ στη διαχρονική κρατική -κομματική πολιτική της εκάστοτε κυβέρνησης στο εκπαιδευτικό σύστημα, που προσπαθεί απλώς να αναπαράγει την άρχουσα ιδεολογία και να συντηρεί το υπάρχον πολιτειακό σύστημα, αλλά θα σταθώ στην ανεπάρκεια του συνδικαλιστικού μας συστήματος, πρώτα να υπερασπίσει τα συμφέροντα των μελών του (από τα οποία εισπράττει μεγάλα ποσά ως συνδρομές), αλλά και στον ετεροκινούμενο χαρακτήρα του, ως εξαρτώμενο από το κομματικό κατεστημένο και τις προσωπικές φιλοδοξίες των διαχρονικών ηγετών του.
Βέβαια, δεν τίθεται θέμα εμπλοκής των απλών μελών (καθηγητών) στη λήψη των αποφάσεων, τόσο μέσω των κομματικών παρατάξεών τους όσο και απ’ ευθείας στα όργανα της ΟΕΛΜΕΚ. Αυτοί παραμένουν παροπλισμένοι και φιμωμένοι -χωρίς οποιοδήποτε όργανο - θεσμό έκφρασης- έως τις επόμενες τυπικές εκλογές, στις οποίες θα ψηφίσουν τους φίλους τους, χωρίς οποιοδήποτε συνδικαλιστικό ή ιδεολογικό κριτήριο (μετά, ως μωρές παρθένες αναζητούν το λάθος). Αυτή η συντηρητική πραγματικότητα (που βολεύει και την Αριστερά) μάς έχει οδηγήσει στη σημερινή κατάσταση, και η οπισθοδρόμηση (οικονομική, κοινωνική, πολιτισμική αλλά και εκπαιδευτική) χαρακτηρίζει την όλη εκπαιδευτική πραγματικότητα, χωρίς κανένας (πρόσωπο ή θεσμός) να αναλαμβάνει τις ευθύνες του.
Τελειώνοντας, θα ήθελα να θίξω την αναγκαιότητα μιας πραγματικής αλλαγής (ιδεολογική, προσωπική και θεσμική) που πρέπει να ξεκινήσει από τον τομέα του συνδικαλισμού, από τη βάση (με αυστηρή προσήλωση στις δημοκρατικές και συμμετοχικές διαδικασίες) χωρίς τα λάθη του παρελθόντος.
ΧΡΥΣΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ




