Προσανατολισμός είναι να δοθεί μεγαλύτερη σημασία στις θεμελιώδεις γνώσεις. Οι αλλαγές και αναπροσαρμογές, που επιχειρεί αυτόν τον καιρό η Κυβέρνηση, απαντούν σε συγκεκριμένες ανάγκες, μέσα από διαχρονικές διαπιστώσεις, αλλά και αναντίλεκτες μετρήσεις αποτελεσμάτων
Εκπαιδευτικοί υπεραμύνονται της ειδικότητάς τους. Εξηγούν ότι το αντικείμενο που διδάσκουν έχει σημασία για τον άνθρωπο, την κοινωνία, τη σύγχρονη ζωή. Διεκδικούν να έχει μεγαλύτερη παρουσία στο πρόγραμμα των σχολείων.
Είναι καλά να ακούμε εκπαιδευτικούς να αγαπούν και να υπερασπίζονται το θέμα τους. Όσο κι αν πει κανείς ότι υπάρχει προσωπικό ενδιαφέρον -και ίσως κλαδικό συμφέρον- και πάλι είναι καλό για την εκπαίδευση.
Δεν υπάρχει, εξάλλου, αμφιβολία πως όλα τα διδακτικά αντικείμενα (μαθήματα) έχουν τη σημασία και τη χρησιμότητά τους. Με τρόπο διαφορετικό, λιγότερο ή περισσότερο άμεσο, συμβάλλουν οπωσδήποτε στη γενική μόρφωση, τη συγκρότηση προσωπικότητας και την καλλιέργεια του ανθρώπου. Γι’ αυτό, εξάλλου, έχουν επιλεγεί και βρίσκονται στο σχολικό πρόγραμμα.
Ωστόσο, οι επιλογές, η στάθμιση και το ειδικό βάρος ενός εκάστου αντικειμένου, μέσα από ένα μελετημένο σχολικό προγραμματισμό, είναι έργο σύνθετο και γενικό. Προσανατολισμός είναι να δοθεί μεγαλύτερη σημασία στις θεμελιώδεις γνώσεις. Οι αλλαγές και αναπροσαρμογές που επιχειρεί αυτόν τον καιρό η Κυβέρνηση απαντούν σε συγκεκριμένες ανάγκες, μέσα από διαχρονικές διαπιστώσεις, αλλά και αναντίλεκτες μετρήσεις αποτελεσμάτων. Στόχος των προτάσεων του Υπουργού Παιδείας δεν ήταν, βέβαια, να μειώσει κανένα θέμα (και τους αντίστοιχους διδάσκοντες), ούτε και να ευνοήσει άλλα.
Ποιες ήταν οι διαπιστώσεις μέσα από πολυετή πορεία με τα υφιστάμενα προγράμματα; Οι αποδόσεις, ως προς τον βασικό κορμό γνώσεων, ήταν φθίνουσες. Οι καταγεγραμμένες επιδόσεις των νέων, όπως προέκυπταν τόσο από διεθνείς καθιερωμένες μετρήσεις (PISA, TIMS κ.ά.), όσο και από αντικειμενικού χαρακτήρα δοκιμασίες, όπως οι προεισαγωγικές/απολυτήριες εξετάσεις, δεν ήταν καθόλου ικανοποιητικές. Πολύ απείχαν τα αποτελέσματα από το επίπεδο που θα αντιστοιχούσε σε μια κοινωνία και μια παράδοση πολιτισμού όπως η δική μας. Κοινό μυστικό είναι εξάλλου ότι ειδικά στο λύκειο, η άλλοτε «πρωτοποριακή» δυνατότητα επιλογής μαθησιακού περιεχομένου είχε στην πράξη διαστραφεί σε μιαν ανερμάτιστη πανσπερμία, με κριτήριο την ευκολία και τη «μορφωτική αγρανάπαυση».
Πέρα από τους αντικειμενικούς δείκτες που μαρτυρούν υστέρηση, η διαπίστωση μέσα από την καθημερινότητα είναι ότι χάνουμε επικίνδυνα τον έλεγχο και την κατανόηση της γλώσσας μας. Η παραφθορά και η φτώχια στη γλωσσική πρακτική είναι πασιφανείς. Όταν μετά από δώδεκα χρόνια σπουδές οι νέοι δεν κατέχουν ούτε μπορούν να χρησιμοποιήσουν επαρκώς τη γλώσσα τους, τότε χρειάζονται αλλαγές και αναπροσαρμογές. Διότι η γλωσσική πρακτική δεν είναι στενά και μόνο ζήτημα γλωσσικής παιδείας. Αλλά μαρτυρεί και για τη σύνολη πνευματική συγκρότηση του ανθρώπου. Για τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται και εκτυλίσσεται η σκέψη του. Μην πούμε και για τη δυνατότητα κριτικής σκέψης - πέρα από απλές («πρωτόγονες») αντιδράσεις του θυμικού.
Δεν είναι τυχαίο ότι μπροστά στο φετινό εξεταστικό δοκίμιο των προεισαγωγικών, το οποίο απαιτούσε μια κάποια σύνθετη αντίληψη και κριτική σκέψη, σχεδόν σύσσωμη η κοινωνία έδειξε να πανικοβάλλεται! Η αμηχανία και η υστέρηση προβλήθηκαν αμέσως ως αγανάκτηση και διαμαρτυρία. Μια αντίδραση που σχηματικά μπορεί και να οδηγεί σε λογική «να ρίξουμε στην πυρά βιβλία που έχουν μέσα πράγματα που δεν καταλαβαίνουμε».
Μέσα από την κοινωνία μας αναδεικνύονται όλο και περισσότερο «σπασμένες» σκέψεις, συλλογισμοί με κάπως «πρωτόγονη» λογική -με την έννοια ότι έχουν κύριο έρεισμα θυμικές καταστάσεις- ακαλαίσθητες έως και εντελώς άναρθρες κραυγές. Προϋπόθεσή τους είναι περισσότερο ο καταναγκασμός παρά η πειθώ. Υποστήριγμά τους είναι είτε η δύναμη είτε, συμμετρικά, κάποιο «ηθικό έρεισμα» από την έλλειψη δύναμης - και λιγότερο κάποιες έστω και στοιχειώδεις διεργασίες λογικής ή στοχασμού.
Αυτή η έκπτωση πρέπει κάποτε να συνυπολογίζεται και στο «κατά κεφαλήν μορφωτικό επίπεδο». Δηλαδή όχι μόνο στατιστικές που δείχνουν τον λόγο του αριθμού πτυχιούχων ανά χιλίους κατοίκους. Γιατί αυτές ελέγχονται από το γεγονός ότι στο πανεπιστήμιο εισάγονται και παιδιά που στις εξετάσεις δεν παρουσίασαν ικανοποιητικές επιδόσεις. Ενώ συγκρούονται με άλλες διεθνώς συγκριτικές στατιστικές, που λένε ότι στην Κύπρο οι άνθρωποι έχουν μέτρια έως πολύ κακή σχέση με το βιβλίο...
Γι’ αυτήν την αδυναμία έκανε τις προάλλες λόγο και ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου και έκρουσε κώδωνα κινδύνου διαπιστώνοντας ότι οι νέοι που περνούν την πόρτα του πανεπιστημίου δεν ξέρουν αρκετά ελληνικά για να σπουδάσουν (αν και αυτή τη διαπίστωση θα πρέπει να την κρατήσουμε και για την ώρα που θα συζητάμε πρόταση για πανεπιστημιακή διδασκαλία ορισμένων θεμάτων σε ξένη γλώσσα).
Δεν είναι, όμως, μόνο τα Ελληνικά. Στην εγκύκλια εκπαίδευση υπάρχει γενικότερα μια προφανής ανάγκη ενίσχυσης των θεμελιωδών γνώσεων. Ελληνικά, μαθηματικά, φυσικές επιστήμες... Τα βασικά εκείνα αντικείμενα στη βάση των οποίων στηρίζεται η κατανόηση του κόσμου, η δόμηση της σκέψης και η ικανότητα λογισμού και έκφρασης.
Τέτοια είναι η κατεύθυνση πολιτικής μέσα από τις αλλαγές που πρότεινε ο υπουργός, μετά από μελέτη που έκανε ομάδα εμπειρογνωμόνων. Οι «όροι εντολής» που ακολουθήθηκαν έχουν να κάνουν με το μορφωτικό συμφέρον των παιδιών και το γενικότερο κοινωνικό όφελος. Οι όποιες, όσο αιτιολογημένες, διαμαρτυρίες και τα «κλαδικά» αιτήματα, έρχονται μετά. Θα προσμετρηθούν μόνο μετά το καλό των παιδιών. Τα παιδιά δεν πρέπει απλώς να περνούν τον καιρό τους στο σχολείο. Αλλά πρέπει να μορφώνονται επαρκώς. Σε αυτό, σημαίνονται ρόλο θα παίξουν βεβαίως οι εκπαιδευτικοί. Ο καθείς εφ’ω ετάχθη.
Η τελική πρόταση που έχουμε μπροστά μας, με αλλαγές στο διδακτικό πρόγραμμα, από το δημοτικό μέχρι και το λύκειο, πρέπει να εφαρμοστεί και προσδοκούμε ότι στα επόμενα χρόνια θα φέρει θετικά αποτελέσματα. Το χρειαζόμαστε διπλά σε αυτήν τη συγκυρία, όπου πρέπει να δημιουργήσουμε και ένα νέο «αναπτυξιακό πρότυπο» για τη χώρα.
Τα ακίνητα της εβδομάδας




