Μια ακόμη χρονιά κυλά προς την καλοκαιρινή της περίοδο και γι' ακόμη μια φορά είμαστε αναγκασμένοι να συζητάμε για το ωράριο λειτουργίας των τραπεζικών ιδρυμάτων της Κύπρου. Ο Υπουργός Οικονομικών δήλωσε, την περασμένη εβδομάδα, πως είναι απαράδεκτο και προκλητικό οι τράπεζες να κλείνουν τις πόρτες τους για το κοινό στις 13:30. Βέβαια, αυτήν την περίφημη διαπίστωση ο λαός την εκφράζει εδώ και χρόνια. Ίσως τώρα που τη δηλώνουν και υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι, να υλοποιηθεί ένας απαραίτητος εκσυγχρονισμός.
Εξάλλου, εφόσον συζητάμε για αύξηση του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων, την απεγνωσμένη ανάγκη τόνωσης της καταναλωτικής αγοράς και αντιμετώπιση της ανεργίας, είναι σκέτη κοροϊδία τα τραπεζικά ιδρύματα, τα οποία συνδέονται άμεσα με τα πιο πάνω, να απολαμβάνουν ακόμη τα αδικαιολόγητα ωφελήματα που προσφέρουν στον εαυτό τους. Από τον Μάη μέχρι τον Σεπτέμβρη, έχει διακοπεί το απογευματινό ωράριο εξυπηρέτησης του κοινού από τις τράπεζες. Με τον όρο «απογευματινό ωράριο» αναφέρομαι στο ένα και μοναδικό απόγευμα της Δευτέρας, κατά το οποίο εξυπηρετούν οι τραπεζικοί οργανισμοί για περίπου τρεις επιπρόσθετες ώρες κάθε εβδομάδα.
Κατανοώ πως λόγω του ζεστού κλίματος της Κύπρου, κατά τη θερινή περίοδο δυσκολεύουν οι συνθήκες εργασίας για όλους μας, όμως δεν ζούμε στις αρχές του περασμένου αιώνα. Άλλωστε, οι τράπεζές μας δεν δημιουργήθηκαν χθες. Η Τράπεζα Κύπρου, η οποία ιδρύθηκε το 1899, φαντάζομαι έχει εξοπλίσει τα καταστήματά της μέσα σε αυτό το διάστημα με συστήματα κλιματισμού, ώστε να έχουν την απαραίτητη δροσιά που χρειάζονται οι υπάλληλοι που εξυπηρετούν το κοινό κατά τα ζεστά απογεύματα.
Η διακοπή του απογεύματος εξυπηρέτησης τη Δευτέρα δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα που υπάρχει σε αυτήν την περίπτωση. Ενώ στις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης η καθημερινή λειτουργία των τραπεζών ολοκληρώνεται μεταξύ των ωρών 16:00 - 17:30, επιπρόσθετα εξυπηρετούν και συγκεκριμένες ώρες κατά τα πρωινά του Σαββάτου. Εδώ και χρόνια ζητάμε την ίδια εξυπηρέτηση στην Κύπρο χωρίς ανταπόκριση και διερωτώμαι αν, τελικά, αξίζει ο πελάτης μιας τράπεζας στην Κύπρο να απαιτεί το ίδιο επίπεδο μεταχείρισης όπως τους Ευρωπαίους συμπολίτες του.
Όταν ένας εκ των μεγαλυτέρων τραπεζικών ιδρυμάτων της Κύπρου χρεοκόπησε το 2013, δεν ακολούθησαν οι αναμενόμενες εξελίξεις που έχει συνήθως μια χρεοκοπημένη επιχείρηση, όπως έγινε για παράδειγμα με την πτώχευση της Lehman Brothers στις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν υπήρξαν μαζικές απολύσεις, όπως τις 25.000 υπαλλήλους της Lehman, οι οποίοι βρέθηκαν ξαφνικά χωρίς δουλειά. Δεν έγιναν περικοπές μισθών, αναδιάρθρωση του τρόπου λειτουργίας, αυτά δηλαδή που έχουν περάσει ίσως όλες οι εταιρείες στην Κύπρο τα τελευταία δύο χρόνια, ώστε να κρατηθούν εν ζωή. Στην περίπτωση τής υπό διάλυση τράπεζας, το προσωπικό μετακινήθηκε σε άλλους χώρους και συνέχισε business as usual, με επιπρόσθετο φόρτο στο κυνήγι όσων χρωστάνε και δεν πληρώνουν τις δόσεις τους. Τελικά, όμως, ποιος χρωστάει που δεν ακολούθησε η Λαϊκή Τράπεζα τον δρόμο της Lehman Brothers;
Αν ληφθεί υπ' όψιν το γεγονός ότι οι καταθέτες υπέστησαν κούρεμα, το κράτος ακολουθεί μέτρα λιτότητας και ο λαός ζει τις επιπτώσεις των συνεπειών μιας οικονομικής κακοδιαχείρισης των τραπεζών, αμφιβάλλω εάν η σημερινή κατάσταση είναι δίκαιη. Δηλαδή, εφόσον όλοι βοηθήσαμε (και εξακολουθούμε να βοηθάμε) τις τράπεζες να συνεχίσουν να λειτουργούν, να μη χάσουν οι τραπεζικοί υπάλληλοι τις δουλειές τους και να έχει η οικονομία του κράτους ελπίδα ανάκαμψης, πρέπει να νιώθουν πίεση ευθυνών όσοι χρωστάνε στις τράπεζες ή όσες τράπεζες διασώθηκαν από αυτούς που σήμερα χρωστάνε, μετατρέποντάς τες κυριολεκτικά σε… λαϊκές τράπεζες.
ΑΡΙΣΤΟΣ ΜΑΛΑΟΣ
Μέλος Κεντρικής Επιτροπής Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών




