Τον τελευταίο καιρό οι πολίτες αυτού του δύσμοιρου τόπου γίνονται μάρτυρες μιας αδιέξοδης κομματικής αντιπαράθεσης με κορυφαίο θέμα την οικονομία. Η κυβέρνηση στην απέλπιδα προσπάθειά της να χρυσώσει το χάπι της αθέατης οικονομικής επανεκκίνησης, μιλά για επενδύσεις «μαμούθ», που θα αλλάξουν άρδην τον κοινωνικοοικονομικό χάρτη και κατ' επέκταση τη μοίρα της χώρας. Η αντιπολίτευση που υστερικά επιχειρεί να μηδενίσει τις όποιες επιτυχίες της Κυβέρνησης σε σχέση με τις προοπτικές εξόδου από το Μνημόνιο και την ανάκαμψη της οικονομίας, βλέπει τα πάντα μαύρα κι άραχνα.

Γενικά, τα μηνύματα που εκπέμπει το κομματικό σύστημα, τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό, για την εικόνα της οικονομίας είναι θολά και συγκεχυμένα. Οι κατακρεουργημένοι πολίτες νιώθουν ότι κοροϊδεύονται όταν ακούνε από επίσημα χείλη φράσεις που θέλουν την οικονομία να αναπτύσσεται ραγδαίως μέσω της ιδιωτικοποίησης των ημικρατικών οργανισμών και της λειτουργίας των καταστημάτων κατά τις Κυριακές.

Αυτές οι προσεγγίσεις, πέραν του ότι είναι ανεδαφικές και ατεκμηρίωτες, μόνον θυμηδία προκαλούν σε όσους ενδιαφέρονται πραγματικά για την ισόρροπη ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή. Η τοποθέτηση ότι η ιδιωτικοποίηση μεγάλων ημικρατικών οργανισμών, όπως η Αρχή Τηλεπικοινωνιών (Cyta), θα φέρει επενδύσεις μπορεί θεωρητικά να έχει μια δόση αλήθειας, αλλά σε καμία περίπτωση δεν δίνει απάντηση στο καίριο ερώτημα, ποιο θα είναι το όφελος για την κοινωνία.

Ο καθένας αντιλαμβάνεται ότι σε ένα καθεστώς ελεύθερης αγοράς, αν δεν τεθούν ασφαλιστικές δικλείδες που να διασφαλίζουν τα ζωτικά συμφέροντα της κοινωνίας, οι μόνοι κερδισμένοι από τις όποιες επενδύσεις θα είναι οι ίδιοι οι επενδυτές και όχι η κοινωνία στο σύνολό της. Πέραν τούτου, η χαώδης κατάσταση που επικρατεί σήμερα στα εσωτερικά πράγματα της Κύπρου δεν ενθαρρύνει κανένα δεινό επιχειρηματία να επενδύσει στην Κύπρο σε μακρόπνοη βάση. Αλήθεια, ποιος σοβαρός επιχειρηματίας θα ρισκάρει να επενδύσει στην Κύπρο σε τούτη τη χρονική συγκυρία που:

- Η θεσμική κρίση κορυφώνεται ταρακουνώντας ακόμη και τα ανώτατα δώματα της Γενικής Εισαγγελίας,

- Το πολιτικό σύστημα κινείται σε πρωτοφανή ύψη αναξιοπιστίας και διαπλεκόμενης σχέσης

- Η ηγεσία της Κεντρικής Τράπεζας αμφισβητείται από την ίδια την πολιτεία, ενώ το τραπεζικό σύστημα παρουσιάζεται αδύναμο να στηρίξει την πραγματική οικονομία

- Το πλατύ κοινό αμφισβητεί έντονα τις καλές προθέσεις των νεοτραπεζιτών, ιδίως όσον αφορά το μείζον θέμα της αναδιάρθρωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων

- Η κρατική μηχανή δυσλειτουργεί και οι σχέσεις Κυβέρνησης-συνδικάτων ενόψει ιδιωτικοποιήσεων κινούνται σε τεντωμένο σχοινί.

Έχοντας αυτές τις ωμές πραγματικότητες κατά νουν, φρονούμεν ότι η Κυβέρνηση, αντί να κυνηγά τους αριθμητικούς δείκτες της πλασματικής ευημερίας, ας επιδιώξει τη συγκροτημένη εφαρμογή πολιτικών ανάπτυξης που θα στηρίζονται σε πραγματικά δεδομένα της οικονομίας, με αιχμή την προώθηση μεγάλων έργων και τη δημιουργία αξιοπρεπών θέσεων εργασίας. Παράλληλα, θα πρέπει να εγκαινιάσει ειλικρινή διάλογο με τα συνδικάτα στην προσπάθεια εκσυγχρονισμού του κράτους και επίτευξης των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων.

Από την πλευρά της, η αντιπολίτευση έχει ευθύνη να επιδείξει επιτέλους την απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις περίσκεψη και σοβαρότητα, συμβάλλοντας με την εποικοδομητική της στάση στην αντιμετώπιση των μεγάλων κοινωνικοοικονομικών ζητημάτων που σε τούτη την αδυσώπητη συγκυρία της κρίσης χρήζουν λύσης προς όφελος του κοινωνικού συνόλου και όχι προς τέρψιν των κάθε λογής κερδοσκόπων.

Αν παρ' ελπίδα, Κυβέρνηση και αντιπολίτευση παραμείνουν προσκολλημένες στις στείρες πολιτικές τους πρακτικές, που έχουν ως γνώμονα τα κομματικά, τα προσωπικά και άλλα ιδιοτελή συμφέροντα, ο τόπος θα βυθιστεί ακόμη πιο βαθιά στο υπάρχον κοινωνικοοικονομικό αδιέξοδο με οδυνηρές επιπτώσεις για όλους, με πρώτα θύματα τα μη προνομιούχα στρώματα του λαού. Και ασφαλώς τη νύφη θα πληρώσουν για άλλη μια φορά οι μη προνομιούχοι, που αποτελούν τη μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, οι οποίοι εν πάση περιπτώσει καλούνται να αφυπνισθούν, διεκδικώντας αποφασιστικά τα δίκαιΆ τους για να αποφύγουν τα χειρότερα.

ΞΕΝΗΣ Χ. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ
Δημοσιογράφος