Με την ψυχοθεραπεία ο άρρωστος ελευθερώνεται από τα ενοχλητικά συμπτώματά του, ή απαλλάσσεται από αυτά τελείως ή αμβλύνονται σε τέτοιο βαθμό, που η ζωή του γίνεται πιο ανεκτή

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τι δεν είναι ψυχοθεραπεία. Με όση κατανόηση και όσες γνώσεις και να έχει ένας, δεν είναι αρκετά εφόδια για να αποκληθεί ψυχοθεραπευτής. Μπορεί ένας ψυχίατρος ή ψυχολόγος να είναι πολύ καταρτισμένος, μπορεί να έχει προσιτή και κατανοητική προσωπικότητα και να ακούει τον ασθενή με προσοχή και, όμως, να μην είναι ψυχοθεραπευτής. Παρεμπιπτόντως, πρέπει να τονίσω ότι αποκαλούμε «άρρωστο» ή «ασθενή» κάθε άτομο που επισκέπτεται ειδικό για το πρόβλημά του. Γίνεται κατανοητό ότι ο ψυχοθεραπευτής μπορεί να προέρχεται από οποιονδήποτε τομέα: όχι μόνο τον τομέα της ψυχολογίας ή της ψυχιατρικής, αλλά και της κοινωνιολογίας, ή ακόμα και άλλους τομείς. Είναι φανερό ότι μιλούμε για τον ψυχαναλυτικό ψυχοθεραπευτή. Ο ψυχαναλυτικός ψυχοθεραπευτής είναι εκπαιδευμένος γι’ αυτόν τον σκοπό. Έχει τις απαιτούμενες γνώσεις για την ψυχολογία και ψυχοσύνθεση του ατόμου. Είναι ειδικά καταρτισμένος.

Για να ασκήσει ένας ψυχοθεραπεία, χρειάζεται τρεις προϋποθέσεις:
1. Τη θεωρητική του κατάρτιση σε μια Ψυχαναλυτική Σχολή. Παρακολουθεί μαθήματα για την ψυχολογία, τις διάφορες ψυχαναλυτικές θεωρίες και Σχολές και ό,τι μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο εφόδιο.

2. Την προσωπική του ανάλυση, που είναι το σημαντικότερο όπλο του. Μετά τον Φρόιντ, η ανάλυση αυτή γινόταν πέντε φορές την εβδομάδα. Ύστερα, με την απόκτηση περισσοτέρων γνώσεων και εμπειριών, οι συνεδρίες έγιναν τρεις την εβδομάδα. Αναφερόμαστε στις δεκαετίες του 1960-70. Τα τελευταία χρόνια έγιναν δύο φορές την εβδομάδα.

3. Την εποπτεία. Ο υποψήφιος ψυχαναλυτής-ψυχοθεραπευτής είναι υποχρεωτικό να έχει άρρωστό του ή αρρώστους του κάτω από την εποπτεία εκπαιδευμένου ψυχαναλυτή (training analyst) της Σχολής στην οποία εκπαιδεύεται. Συνήθως συναντώνται μια φορά την εβδομάδα. Όλα αυτά πάνω σε επαγγελματική βάση, δηλ. πληρώνει κανονικά ο εκπαιδευόμενος.

Με την ψυχοθεραπεία ο άρρωστος ελευθερώνεται από τα ενοχλητικά συμπτώματά του, ή απαλλάσσεται από αυτά τελείως ή αμβλύνονται σε τέτοιο βαθμό, που η ζωή του γίνεται πιο ανεκτή. Πολλά άτομα αρχίζουν ψυχοθεραπεία, αλλά λίγοι μένουν μέχρι τέλους. Το μάξιμουμ των δυνατοτήτων του ψυχοθεραπευτικού στόχου είναι η ανασυγκρότηση της δομής της προσωπικότητας του ατόμου, ώστε να μπορέσει να καταστεί πιο ανθεκτικό στις καθημερινές δυσκολίες και να μπορέσει να ζήσει μια πιο δημιουργική ζωή.

Κάτι ανάλογο γίνεται και με τον συνηθισμένο νευρωτικό άρρωστο. Αρχίζει ο ψυχοθεραπευτής μια επαγγελματική σχέση και στη σχέση αυτή επιτελούνται όλες εκείνες οι αλλαγές ή αποφάσεις που θα πάρει ο θεραπευόμενος. Το κλειδί της ψυχοθεραπείας βρίσκεται στην παραγωγική και θερμή σχέση που θα δημιουργηθεί. Πρέπει η σχέση να μην είναι καθαρά εγκεφαλική, γιατί δεν πρόκειται να αποδώσει. Στις αρχές, προπαντός, πρέπει να δημιουργηθεί το εντατικό στοιχείο (intensive element), γιατί αυτό θα είναι το λάδι που θα κρατεί το φιτίλι αναμμένο. Με αυτές τις προϋποθέσεις, η σχέση γίνεται θεραπευτική.

Αναφέραμε προηγουμένως ότι ο ψυχαναλυτικός ψυχοθεραπευτής πρέπει να υποβληθεί ο ίδιος σε ψυχανάλυση (μια από τις τρεις βασικές προϋποθέσεις της εκπαίδευσής του). Διά της προσωπική του ανάλυσης θα αντιληφθεί (νιώσει) τη σημασία και τον ρόλο του ασυνείδητου στη ζωή του. Ο ψυχαναλυτής είναι σαν τον σκηνοθέτη ενός έργου, που ενώ δεν φαίνεται ότι στο έργο έχει ρόλο, εντούτοις αυτός είναι που κινεί τα νήματα των όσων επιτελούνται στη σκηνή. Η παρουσία του και μόνο είναι αρκετά συχνά ικανή για να διεγείρει τον θεραπευόμενο σε παραγωγική συνεδρία. Όταν η ψυχανάλυση προχωρήσει, ο αναλυόμενος ενσωματώνει μέσα του τη διαδικασία και την τεχνική της ανάλυσης και αυτόματα τίθεται σε ενέργεια μόλις του παρουσιαστεί ένα πρόβλημα ή ένα θέμα. Ο ψυχοθεραπευτής, με τον χρόνο και την ωρίμανση μπορεί να αποκτήσει εκείνο που αποκαλούμε θεραπευτική προσωπικότητα.

Η θεραπευτική προσωπικότητα πρέπει να έχει και φυσικά προσόντα, τα οποία θα καλλιεργήσει, για να αναπτυχθούν και ολοκληρωθούν σε μια τέτοια προσωπικότητα. Πρέπει να πούμε πως ο ψυχαναλυτής δεν είναι ένας τεχνικός στο είδος του. Είναι ανθρώπινος και προσιτός. Έχει και γενικά ενδιαφέροντα. Π.χ. διαβάζει λογοτεχνία, πιθανό φιλοσοφία, και καλλιεργεί και άλλα ενδιαφέροντά του.

Μπορούμε να δώσουμε έναν ορισμό της ψυχοθεραπείας στο σύνολό του: «Η ψυχοθεραπεία αποτελεί μια μορφή θεραπείας για προβλήματα ψυχογενή, όπου ένα ειδικά εκπαιδευμένο άτομο σκόπιμα εγκαθιδρύει επαγγελματική σχέση με έναν άρρωστο με αντικειμενικό σκοπό την απαλλαγή, τον μετριασμό ή την επιβράδυνση των συμπτωμάτων που παρουσιάζει το άτομο, την επέμβαση σε διαταραγμένα πρότυπα συμπεριφοράς, και τη θετική προαγωγή και ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου». Ο ορισμός αυτός ανήκει στον διεθνώς γνωστό ψυχίατρο-ψυχαναλυτή Louis R. Wolberg (από το βιβλίο του “The Technique of Psychotherapy”). Μπορούν να δοθούν και άλλοι ορισμοί, ανάλογα με τη μορφή της ψυχοθεραπείας.

Ψυχαναλυτική θεραπεία ασκούν, εκτός από τον γράφοντα, λίγα χρόνια μετά, ο Ευάγγελος Παπανικολάου με την ομάδα του (κυρίως ψυχιάτρους) και πριν από 2-3 χρόνια ο Σώτος Μιχαήλ, ψυχαναλυτής-ψυχοθεραπευτής, με την ομάδα του (κυρίως ψυχολόγοι).

ΤΑΚΗΣ ΕΥΔΟΚΑΣ