Η ανάδειξη του Μουσταφά Ακιντζί ως ηγέτη της τουρκοκυπριακής κοινότητας δημιούργησε ευφορία για ραγδαίες εξελίξεις και οδήγησε στην επανέναρξη των διακοινοτικών συνομιλιών. Ενώ υπάρχει διαφορά μεταξύ Έρογλου και Ακιντζί, η ουσία είναι κατά πόσο θα διαφοροποιηθούν οι θέσεις της Τουρκίας καθώς και η βάση των συνομιλιών. Σήμερα, που δημιουργούνται προϋποθέσεις για μια δυναμική διεθνή εμπλοκή με στόχο να κλείσει το Κυπριακό τους επόμενους μήνες, είναι σημαντικό με νηφαλιότητα να αξιολογήσουμε τα δεδομένα και τις πραγματικότητες εφ’ όλης της ύλης.
Η φιλοσοφία της βάσης των συνομιλιών στηρίζεται σε εθνοκοινοτικούς πυλώνες και στην έννοια της «συναινετικής δημοκρατίας»/conscociationalism. Μεταξύ άλλων, απαιτείται μεγάλος βαθμός ανοχής, καθώς και ένα κοινό πλαίσιο επιδιώξεων και αρχών από τα εμπλεκόμενα μέρη, για να υπάρχουν οι απαιτούμενες συναινέσεις και αποφάσεις. Στο θέμα της παρθενογένεσης και της ανάδειξης ενός νέου κρατικού μορφώματος, υπάρχουν δύο σχολές σκέψης.
Η μία θεωρεί ότι αυτό δεν είναι ουσιαστικής σημασίας επειδή το νέο κράτος δεν θα χρειαστεί να υποβάλει ξανά αίτηση για ένταξη στην ΕΕ και στον ΟΗΕ. Σύμφωνα με αυτήν την προσέγγιση, η Κυπριακή Δημοκρατία θα μετεξελιχθεί. Η άλλη σχολή θεωρεί ότι η κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και η αντικατάστασή της με ένα νέο κρατικό μόρφωμα επιβραβεύει έναν ακόμα διαχρονικό ζωτικό στόχο της Τουρκίας. Άλλο είναι να ενταχθεί η τουρκοκρατούμενη περιοχή στην Κυπριακή Δημοκρατία στο πλαίσιο λύσης, και μετά από πολιτικές και συνταγματικές ρυθμίσεις να αναδειχθεί ως πολιτεία με συγκεκριμένες αρμοδιότητες, και άλλο είναι η Κυπριακή Δημοκρατία να αλληλοαναγνωριστεί ως ισότιμο συνιστών κράτος με την ούτω καλούμενη «ΤΔΒΚ», και να δημιουργήσουν από κοινού ένα τρίτο κράτος. Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια, είναι ένα ζωτικής σημασίας θέμα.
Εξίσου καθοριστικό είναι το θέμα της ταυτότητας του κράτους και της αφηγηματικής του επεξήγησης. Μεταξύ άλλων, στις 20 Ιουλίου θα έχουμε μια κατάσταση πραγμάτων κατά την οποία το τουρκοκυπριακό συνιστών κράτος θα πανηγυρίζει, το ελληνοκυπριακό συνιστών κράτος θα θρηνεί και η κεντρική κυβέρνηση θα παρακολουθεί. Συναφές με το θέμα της ταυτότητας είναι η νομιμοποίηση καθώς και η αλλαγή σημαίας.
Όταν δημιουργήθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία το 1960 αντιμετώπιζε πρόβλημα νομιμοποίησης. Κατ’ ουσίαν, η κυπριακή σημαία αγαπήθηκε από την πλειοψηφία του λαού μετά το 1974, όταν μετά την καταστροφή έγινε αντιληπτό ότι η Κυπριακή Δημοκρατία αποτελούσε το κέλυφος σωτηρίας του κυπριακού Ελληνισμού. Σε μια νέα κατάσταση πραγμάτων με παρθενογένεση, θα υπάρξουν πολύ μεγαλύτερα προβλήματα νομιμοποίησης απ’ ό,τι τη δεκαετία του 1960.
Ένα άλλο θέμα είναι η αποτελεσματικότητα του κράτους. Στη σημερινή συγκυρία, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα τεκταινόμενα και σε επίπεδο ΕΕ αλλά και του παγκοσμιοποιημένου περιβάλλοντος, ολοένα και περισσότερο αναδεικνύεται η σημασία του έθνους-κράτους. Λύση με βάση τη Συμφωνία Αναστασιάδη-Έρογλου θα οδηγήσει σε ένα τρικέφαλο κράτος, με περιορισμένη αποτελεσματικότητα. Ένα κράτος που όσο και αν οι θιασώτες του θα προσπαθούν να το παρουσιάσουν ως ευρωπαϊκό, δεν θα μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά.
Το χειρότερο είναι όταν θα οδηγηθεί σε κατάρρευση, χωρίς συγκεκριμένη πρόνοια για μια τέτοια εξέλιξη και έξοδο από την κρίση. Αποτελεί ειρωνεία ότι έχει αρχίσει να πλασάρεται η έννοια της λύσης ως ευρωπαϊκή. Άλλωστε, ο μανδύας «ευρωπαϊκό» δεν συνδέεται πλέον κατ’ ανάγκην με θετικές εξελίξεις. Ευρωπαϊκό ήταν και το κούρεμα καταθέσεων, ευρωπαϊκά ήταν και τα μνημόνια, ευρωπαϊκές είναι και οι πολιτικές που έχουν οδηγήσει εκατομμύρια πολίτες στην ανεργία και τη φτώχια. Και επειδή γίνεται λόγος για εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου, εμείς πλέον θα πρέπει να επιδιώξουμε παρεκκλίσεις για να προστατευθεί η δημογραφική ταυτότητα της Κύπρου.
Επιπρόσθετα, θα είναι αδύνατο να αντέξει η Κύπρος με τρεις κυβερνήσεις - ακόμα και στην περίπτωση που θα υπάρξουν μεγάλες επενδύσεις και οικονομικά οφέλη ως αποτέλεσμα της ανοικοδόμησης. Σημειώνεται, συναφώς, σε σχέση με τις οικονομικές επιπτώσεις της λύσης, ότι είναι τουλάχιστον επιπόλαιη και εσφαλμένη η θέση ότι οποιαδήποτε λύση ή ακόμα και η λύση η οποία συζητείται, κατ’ ανάγκην θα οδηγήσει σε «οικονομική έκρηξη».
Μια λύση του Κυπριακού προφανώς θα εμπεριέχει θετικές αλλά και αρνητικές προεκτάσεις στο οικονομικό πεδίο - το θέμα είναι πού θα βαρύνει η ζυγαριά περισσότερο. Η κάθε μορφή λύσης συνοδεύεται από συγκεκριμένα αποτελέσματα. Αποτελεί τραγικό ολίσθημα όταν μελέτες οδηγούνται από ιδεολογικά ελατήρια. Σημειώνεται συναφώς ότι είναι καιρός να μην αντικρίζεται πλέον η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία και η Συμφωνία Αναστασιάδη-Έρογλου ως ιδεολόγημα. Αυτό είναι επικίνδυνο.
Ταυτόχρονα, πρέπει να κατανοηθεί ότι είναι αδύνατο για το τουρκοκυπριακό συνιστών κράτος, με βάση τα υφιστάμενα δεδομένα, να λειτουργήσει κάτω από τους αυστηρούς όρους της Ευρωζώνης. Άλλωστε, αυτό είναι ήδη πολύ δύσκολο για ολοένα και περισσότερες χώρες της Νότιας Ευρώπης.
Το κείμενο αυτό θα μπορούσε να επεκταθεί και σε άλλα σημαντικά θέματα όπως το εδαφικό, το προσφυγικό και την ασφάλεια, όπου θα μετρηθεί η αξία της μετριοπάθειας του νέου ηγέτη των Τουρκοκυπρίων, αλλά και το σθένος και η διεκδικητικότητα της ελληνοκυπριακής πλευράς. Ούτως ή άλλως όμως, παραμερίζοντας ευσεβοποθισμούς, θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι λύση με βάση την παρθενογένεση θα οδηγούσε στην αντικατάσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας από ένα νέο κρατικό μόρφωμα χαλαρής ομοσπονδίας, με στοιχεία συνομοσπονδίας. Μια τέτοια εξέλιξη θα είναι μοιραία.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ
Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας, και
Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του
Πανεπιστημίου Λευκωσίας




