Αναφέρομαι σε άρθρο της εφημερίδας σας της 16/5/2015, που υπογράφεται από τον κ. Μάριο Αδάμου και έχει τίτλο «Ελάχιστη Εγγυημένη Επιτυχία», και επιθυμώ να υπογραμμίσω τα ακόλουθα:
(α) Η αξιολόγηση του βαθμού επιτυχίας της σημαντικής μεταρρύθμισης που επιτεύχθηκε από το Υπουργείο Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με πάρα πολύ μεγάλη προσπάθεια με την εισαγωγή του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος ως του κύριου εργαλείου άσκησης πολιτικής κοινωνικής πρόνοιας δεν μπορεί να γίνεται, κατά την άποψή μου, συγκρίνοντας τον αριθμό των αιτήσεων που εγκρίθηκαν με τον αριθμό των αιτήσεων που υποβλήθηκαν. Αυτή η προσέγγιση, την οποία προφανώς υιοθετεί χωρίς πολλή προσοχή ο συντάκτης σας, είναι παντελώς λανθασμένη και αδικεί κατάφωρα το εξαιρετικά σημαντικό έργο που έχει επιτελεσθεί τους τελευταίους 18 μήνες.

(β) Η προσέγγιση του κ. Αδάμου είναι λανθασμένη, γιατί στηρίζεται στην άτυπη παραδοχή ότι κάθε αίτηση από τις υποβληθείσες που απορρίπτεται, μετρά ως αποτυχία της μεταρρύθμισης και του συστήματος αξιολόγησης των αιτήσεων. Ωστόσο, θα ήταν πολύ πιο βάσιμο και πιο κοντά στην αλήθεια αν κάποιος υποστήριζε ακριβώς το αντίθετο: Δηλαδή, πως κάθε απορριπτόμενη αίτηση αποδεικνύει πως το σύστημα επιτυγχάνει να διακρίνει όσες αιτήσεις ΔΕΝ ΠΛΗΡΟΥΝ τα κριτήρια που τέθηκαν στη νομοθεσία και κατά συνέπειαν δεν τις εγκρίνει.

(γ) Η απόρριψη αίτησης που δεν πληροί τα κατά νόμον κριτήρια αποτελεί ενέργεια που ισοδυναμεί με χρηστή διαχείριση των δημοσίων πόρων, που προέρχεται από τους φόρους που καταβάλλουν οι φορολογούμενοι. Κατά συνέπειαν, θα μπορούσε να αναμένει κάποιος ότι η ορθολογική διαχείριση των εισοδημάτων του κράτους από τους φορολογούμενους αναγνωρίζεται ως θετικό αποτέλεσμα.

(δ) Αριθμός αιτήσεων για το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα απορρίπτονται γιατί από τη λειτουργία του μηχανογραφημένου συστήματος του ΕΕΕ διαπιστώνεται ότι δεν πληρούνται κριτήρια και προϋποθέσεις της σχετικής νομοθεσίας. Για παράδειγμα, αιτήσεις απορρίπτονται λόγω του ύψους της αξίας της ακίνητης ιδιοκτησίας που ανήκει σε μέλη της οικογενειακής μονάδας του αιτητή (εξαιρουμένης της πρώτης κατοικίας). Υπήρξαν περιπτώσεις που διαπιστώθηκε μετά από ένσταση του αιτητή ότι η εκτιμημένη αξία τέτοιας ιδιοκτησίας θα έπρεπε να ήταν μικρότερη. Αυτές οι περιπτώσεις, όπως και πολλές άλλες παρόμοιας φύσης, επιλύονται αφού ο αιτητής προσκομίσει νέα αποδεικτικά στοιχεία, είτε από το Κτηματολόγιο είτε από άλλη Αρχή, που να δικαιολογούν την αναθεώρηση της πρώτης απόφασης.

2. Από τα ανωτέρω προκύπτει, πιστεύω, το συμπέρασμα ότι η μεταρρύθμιση του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος στέφθηκε από επιτυχία και, παρά τα όποια προβλήματα και τις καθυστερήσεις που έγιναν αισθητά τους πρώτους μήνες της εφαρμογής του, σήμερα λειτουργεί σχεδόν ομαλά και επιτυγχάνει ταυτόχρονα δύο ίσης σημασίας στρατηγικούς στόχους: Τη παραχώρηση επαρκούς επιδόματος σε 7200 περίπου οικογένειες που δεν ελάμβαναν οτιδήποτε μέχρι σήμερα από το Κράτος και την ορθή διαχείριση των δημόσιων πόρων που μας εμπιστεύεται ο Κύπριος φορολογούμενος

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΣΣΙΩΤΗΣ
Γενικός Διευθυντής Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων