Βουρ, παιδιά, βάλτε τώρα που γυρίζει η ρουλέτα της τάχα ενημέρωσης! Να τρελαίνονται τα μηχανάκια καταμέτρησης θέασης, να χορεύουν χορό εκατομμυρίων τα νούμερα κι εσύ να θέλεις να ξεριζώσεις το στομάχι σου, να το πετάξεις σε καμιά σκυβαλοδόχο να κάνει παρέα με ό,τι τυχόν απέμεινε από έναν άγγελο που του πετσόκοψε τα φτερά αυτός που τον έφερε στον κόσμο. Άννυ, τεσσάρων! Στη μέση η σκιά της και γύρω-γύρω όλοι ένα μήνα τώρα. Ο ναρκομανής -μόνο γονιό δεν τον λες- που την κομμάτιασε.

Εκείνη που τη γέννησε, την αγαπούσε, λέει, αλλά είχε και ανάγκες και τα κονομούσε αδρά με τη γνωστή πανάρχαια μέθοδο. «Φίλοι» που φρόντιζαν να βγαίνει το μεροκάματο του «πατέρα» με τραβεστί, όλοι να χαρίζουν στα Μέσα Μαζικής Εξαθλίωσης ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Πρωί, μεσημέρι, βράδυ, κάθε ώρα το ένα στοιχείο ν’ ανατρέπει το άλλο. Μια τρελή να παριστάνει την κοινωνική λειτουργό και να παραμυθιάζει εκατομμύρια θεατές. Κανάλια ν’ απολογούνται στο κοινό αφού τα ’χουν ματσώσει γερά από την… επιτυχία! Δικηγόροι ν’ αγορεύουν. Ειδικοί να διατυπώνουν την άποψη ότι ο δράστης θα φύγει μόνος του από αυτή τη ρημάδα τη ζωή - μόνο πώς δεν μας είπαν.

Η μάνα του να δηλώνει πως το παιδί δεν μπορεί να το έβρασε ο γιος της, μια μικρή κατσαρόλα μόνο έχουν, που τους την πήρε εκείνη! Τυχάρπαστοι να λένε το μακρύ και το κοντό τους. Στο διαδίκτυο να γίνεται ο κακός χαμός. Όλοι να θρέφουν το τέρας της αρρωστημένης ακόρεστης περιέργειας. Μέχρι παιδοκτόνος της περασμένης δεκαετίας, που τελικά αυτοκτόνησε, επιστρατεύθηκε για να… πλουτιστεί με το βίντεο των δηλώσεών του το θέαμα. Τώρα, θα μου πεις, μπαίνω κι εγώ στην πρίζα και το μεγαλώνω το παιγνίδι! Ναι, αλλά για ένα λόγο: Θέλω να ρωτήσω γιατί θα ’πρεπε να ξέρουμε για το φρεσκοβαμμένο μαλλί και τα φρεσκοφτιαγμένα νύχια της μάνας, για τις χιλιάδες που έφερε από τον εραστή στη Γερμανία;

Γιατί; Για να μην γλυτώσουμε τελικά την ομαδική παράκρουση; Κι η Άννυ; Ναι, καλά! Πρόσχημα για τηλεθέαση. Στο ίδιο έργο θεατές. Πάει να βρει τον Άλεξ που δέκα χρόνια τον ψάχνουν. Ίχνη πουθενά. Τον Βαγγέλη, που απ’ τον Γενάρη λένε-λένε, κι ακόμα θα βρουν τους αίτιους να τους τιμωρήσουν! Η αδηφάγος καταβόθρα της κοινής γνώμης θέλει κι άλλο αίμα, κι άλλο κίτρινο για να διαμορφωθεί. Σαν ηδονικό κρυφοκοίταγμα απ’ την κλειδαρότρυπα. Παλιά, έβγαινε ο ντελάλης μ’ ένα φύλλο χαρτί στο χέρι και διεκτραγωδούσε με ρίμα και στίχο «Τα νέα της Ελλάς, η Αντρονίκη εντύθην με ρούχα αντρικά» (για να συναντήσει το αμόρε της κι ο αδελφός την έσφαξε για να ξεπλύνει την ντροπή).

Ή το «Καημένε Αθανασόπουλε, τι σου ’μελλε να πάθεις, από κακούργα πεθερά τη νιότη σου να χάσεις» (τον έσφαξαν μάνα και κόρη, ιδέα της μάνας ήταν!). Ήθελες, τον άκουγες, δεν ήθελες, έλεγες ένα «μακριά από μας» και προσπερνούσες. Τώρα, άντε και την έκλεισες την τηλεόραση. Έτσι εύκολα φεύγουν απ’ την ψυχή τέτοιες εικόνες και ήχοι; Τι να κάνεις; Να βγεις στον δρόμο και να φωνάξεις «Όχι άλλο κάρβουνο», όπως ο Κούρκουλος στην παλιά ασπρόμαυρη ταινία; Ναι, όχι άλλο κάρβουνο στην κρεατομηχανή της ασύδοτης μετάδοσης κάθε βρόμικης λεπτομέρειας. Α, με την ευκαιρία, η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης τι κάνει; (Καλά, εσείς;) Τα κλείνεις, λοιπόν, όλα κι αμολιέσαι έξω ν’ ανασάνεις, να φύγει απ’ τα μάτια σου εκείνο το χαμόγελο της αθωότητας που σε κυνηγάει.

Θέλεις μόνο να πεις: «Συγγνώμη, Άννυ». «Συγγνώμη, Άλεξ». «Συγγνώμη, Βαγγέλη». Κι αναρωτιέσαι ποιο απ’ τα παιδάκια που συναντάς στο πάρκο θα ’ναι ίσως -κούφια η ώρα- το επόμενο θύμα των συνθηκών της εποχής; Της παιδοφιλίας που οργιάζει, του βιασμού απ’ αυτούς που θα ’πρεπε να φυλάνε το κορμί και την ψυχή του σαν τα μάτια τους, της μοναξιάς που σπρώχνει τον έφηβο να ψάχνει φίλους στο γυαλί γιατί τον πνίγει η εκκωφαντική σιωπή του σπιτιού του, όπου ο καθένας ζει και βασιλεύει στον κόσμο του. Περπατάς μέχρις εξαντλήσεως. Κι άμα καταφέρεις και ξελαμπικάρει το μυαλό και καθίσει το στομάχι στη θέση του, γυρνάς στα δικά σου. Ώς το επόμενο επεισόδιο. Αυτό το σίριαλ δεν θα τελειώσει ποτέ.

ΑΛΕΚΑ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ