Ο ποντιακός Ελληνισμός υποφέρει 107 χρόνια από δύο χαίνουσες πληγές. Τη μια προκάλεσε ο Μουσταφά Κεμάλ (Ατατούρκ = πατέρας των Τούρκων), με το αιμοσταγές σπαθί ενός βαρκάρη φονιά, του Τοπάλ Οσμάν, διορισμένου αρχηγού των «Τσετών», των κακοποιών ορδών που αφέθηκαν από τα άντρα των βαρυποινιτών των τουρκικών φυλακών για να επιδοθούν στη σφαγή, τη λεηλασία, τον διωγμό, τη γενοκτονία. Την άλλη πληγή προκάλεσαν και συντηρούν η ανάλγητη επιπολαιότητα Ελλαδιτών και η ελεεινή πολιτική ανεπάρκεια που δέρνει το έθνος από συστάσεως κράτους.

Οι Τούρκοι έσφαζαν τους Ποντίους, που κυνηγημένοι κατέφθαναν στην Ελλάδα ικετεύοντας ζωή και οι Ελλαδίτες τούς έκαναν ανέκδοτο, περιγελώντας τον ματωμένο κι ορφανεμένο κόσμο, για να γελούν. Και από μεν τουρκικής πλευράς βρέθηκαν κάποιοι που καταδίκασαν τα αποτρόπαια μαζικά εγκλήματα και τη γενοκτονία, όπως ο Δαμάντ-Φερίντ πασάς, πρώην μέγας βεζύρης και γερουσιαστής, αγορεύοντας στην οθωμανική γερουσία (22 Οκτωβρίου 1918), η λογογράφος Χαλιδέ-Εδίπ-Χανέμ στην εφημερίδα «Βακίτ» (22 Οκτωβρίου 1918), η εφημερίδα «Ακσάμ» που κατηγόρησε την οθωμανική κυβέρνηση για τα ακατονόμαστα εγκλήματα, προδικάζοντας την καταδίκη της από το δικαστήριο της ανθρωπότητας.

Από ελλαδικής όμως πλευράς ούτε δίκη επεδιώχθη, ούτε κινητοποίηση της ανθρωπότητος για τη γενοκτονία, ενώ οι αδελφοί Ελλαδίτες σκαρώνουν ανέκδοτα που αποδίδουν στις δεκάδες χιλιάδες των αδικημένων Ποντίων. Στη μια περίπτωση έχουμε, περιορισμένη έστω, καταδίκη. Στην άλλη έχουμε βλακώδη καγχασμό εις βάρος των ικετών του ανθρώπινου ελέους. Οι Τούρκοι έσφαξαν τον κόσμο. Οι Ελλαδίτες ανεκδοτολογούν. Άραγε ποιο από τα δύο εγκλήματα είναι στυγερότερο; Ιδού όμως τα γεγονότα εν περιλήψει:

Οι διωγμοί διατάχθηκαν από τον Μουσταφά Κεμάλ από τη μαύρη ώρα που πάτησε την Αμισό (Σαμψούντα), στις 19 Μαΐου 1919. Επεστράτευσε τον κακοποιό Τοπάλ Οσμάν ορίζοντάς τον αρχηγό καταδίκων των φυλακών και τύπων του υποκόσμου, που διψούσαν για αίματα, ατιμίες, ληστείες, πυρπολήσεις ανθρώπων και χωριών, οπλισμένων με μίσος αβυσσαλέο εναντίον των Ελλήνων. Αφάνισαν χωριά με σφαγές και πυρπολήσεις στο Τεπέ Κόι, Μερζιφούντα, Αδά, Τζορούμ και στην Πάφρα. Μετακινούσαν πληθυσμούς, εκτόπιζαν κόσμο, εξόντωναν οικογένειες. Ανατριχιαστική η μαρτυρία (Όλγας Κυρίτση, «Η φωνή των Πειραιωτών»). Οι διωγμοί (Δημήτρη Εφραιμίδη, «Πόντος») ολοκληρώθηκαν σε δύο φάσεις, Α.1909-1914, Β. 1914-1922. Στην Αμισό σχημάτιζαν λόφους κεφαλών.

Τα σπαθιά στόμωναν από τη σφαγή κι έκλειναν τα γυναικόπαιδα σε εκκλησίες στις οποίες έβαζαν φωτιά. Παράλληλα, λεηλατούσαν καταστήματα και σπίτια στην Αμισό (27 Δεκεμβρίου 1917), εγκλώβιζαν τον κόσμο και τον οδηγούσαν στις εκτοπίσεις χωρίς ρούχα, τρόφιμα, αναγκαία είδη. Οι άνθρωποι πέθαιναν από την πείνα, το κρύο, τις κακουχίες της πεζοπορίας, οι χιλιάδες Κερασουντιώτες σέρνονταν σε πορείες εξόντωσης. Από τον Δεκέμβριο του 1917 ώς τον Φεβρουάριο, 30.000 γυναικόπαιδα εκτοπίστηκαν στον νομό Αγκύρας υπό δριμύτατο ψύχος (Έκθεση 21 Απριλίου 1917). Τα οκτώ χωριά της Πάφρας πυρπολήθηκαν. Στα «Τάγματα Εργασίας» (250.000 Έλληνες κι άλλοι τόσοι Αρμένιοι) εξοντώνονταν μέρα-νύχτα άνδρες, γυναίκες και παιδιά, ενώ στις πορείες η ανθρώπινη αξιοπρέπεια εκμηδενιζόταν με ατιμίες αφάνταστες.

Από τα 1.401 σχολεία με 86.000 μαθητές αφανίστηκαν τα πάντα. Οι άνθρωποι από 16-60 χρόνων σέρνονταν στα «Τάγματα Εργασίας» και πέθαιναν κάτω από συνθήκες εφιαλτικές. Ταυτόχρονα 80.000 διέφευγαν στη Ρωσία, όπου τους ανέμενε το μίσος των Μπολσεβίκων που συντάχθηκαν με τον Κεμάλ οικονομικά, πολιτικά, στρατιωτικά, αργότερα δε τα θανατικά μέτρα του Στάλιν, ο οποίος διέταξε την εξόντωση των 400.000 Ελλήνων στην κοιλάδα Κουμπάν της Μαριούπολης («Gretsesgayia operatsia» = «Ελληνική επιχείρηση» Δεκεμβρίου 1937). Στην Ελλάδα μετακινήθηκαν αναγκαστικά 400.000 το 1922. Οι διεθνείς αντιδράσεις ήταν μηδαμινές (Λόυδ Τζωρτζ) για τους εκτοπισμούς και τους σκοτωμούς (House of Commons, The Parliamentary Depates, 5th series, tom. 157, sir Horace Rumbold, αρμοστής στην Κωνσταντινούπολη).

Η εικόνα της εξόντωσης παρουσιάζει 284.172 εκτοπισθέντες μέχρι το 1914 από Θράκη, Μικρασία, Πόντο και σύνολο μέχρι τον Α΄ Πόλεμο 774.235. Ειδικότερα για τον Πόντο, οι νεκροί υπολογίζονται σε 350.000. Οι αντιδράσεις του ελληνικού κράτους στο εθνικό δράμα της γενοκτονίας, του εθνικού ξεκαθαρίσματος και των εκτοπισμών ήταν και παραμένουν απογοητευτικές. Οι κυβερνήσεις δεν αποδείχθηκαν ικανές να χειριστούν την τουρκική εχθρότητα στον αιώνα του αίματος και του μαρτυρίου. Όμως οι Πόντιοι δεν έμειναν με τα χέρια σταυρωμένα, παθητικοί μοιρολάτρες και αξιολύπητα θύματα. Οργάνωσαν αντίσταση (Γιάννη Α.Παπαγεωργίου, «Ο μαρτυρικός Πόντος, Αντάρτικο», σελ. 68 κ.εξ.). Θρυλική η αρχηγία της αντάρτισσας Πελαγίας μετά τον σκοτωμό του συζύγου της! Πλήρη εικόνα της ποντιακής αντίστασης παρουσιάζει στο «Ημερολόγιο της δράσεως των Ελλήνων Ανταρτών της Σάντας» 1916-1924 ο Κωνσταντίνος Κουρτίδης, αδελφός του Ευκλείδη Κουρτίδη, γενικού αρχηγού των ανταρτών.

Ξεκίνησαν το 1917 με οπλαρχηγό τον Ιωάννη Σπαθάρο, με 180 όπλα, φυσίγγια, χειροβομβίδες και δυναμίτες και στην εξέλιξη του χρόνου συγκρότησαν 300 ομάδες με 18-25 χιλιάδες αντάρτες (Δημήτρης Ψαθάς), που έζησαν μέχρι την πτώση στα άγρια κι απροσπέλαστα βουνά της πατρίδας, αφήνοντας παράδειγμα περηφάνιας κι αδούλωτης ψυχής, που πρέπει να κοσμούν τους σκλαβωμένους λαούς. Οι Πόντιοι, μέσα από τον πόνο, τον κατατρεγμό και τον θάνατο, άφησαν στον πολιτισμένο κόσμο διδάγματα περηφάνιας και αντίστασης που τους τιμούν στην ηρωική τους ιστορία. Και θούρια αξιοπρέπειας με τους ήχους της μουσικής τους και τους πυρρίχιους χορούς τους στα τρίστρατα της εξορίας τους.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΟΣ
www.giannisspanos.com