Ο πρόσφατος δανεισμός της Κυπριακής Δημοκρατίας από τις αγορές στο 4% είναι σημαντική εξέλιξη, αλλά δεν πρέπει να μας ενθουσιάζει για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, στο χαμηλό κόστος δανεισμού συνέβαλαν οι συγκυρίες στις διεθνείς αγορές και δεύτερον η Κύπρος έχει ακόμα δρόμο να διανύσει μέχρι να ολοκληρώσει το μνημόνιο με επιτυχία και να διασφαλίσει βιώσιμα δημόσια οικονομικά και βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη. Με την ποσοτική χαλάρωση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (EKT) να βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, οι αποδόσεις ομολόγων (κόστος δανεισμού) των πλείστων χωρών της Ευρωζώνης έχουν υποχωρήσει σε πολύ χαμηλά επίπεδα, με αποτέλεσμα οι επενδυτές να είναι «αναγκασμένοι» να αγοράζουν ομόλογα της περιφέρειας, προκειμένου να κερδίσουν υψηλότερες αποδόσεις.

Ως γνωστόν, η ΕKT αγοράζει ομόλογα που έχουν εκδώσει χώρες-μέλη της Ευρωζώνης από τη δευτερογενή αγορά, ύψους €65 δις κάθε μήνα, σπρώχνοντας τις αποδόσεις των ομολόγων αυτών προς τα κάτω. Με λίγα λόγια, η ΕΚΤ προσφέρει τη δυνατότητα στις τράπεζες των χωρών αυτών να έχουν περισσότερη ρευστότητα, καθώς επίσης και τη δυνατότητα στις κυβερνήσεις των χωρών αυτών να δανείζονται με πολύ χαμηλό επιτόκιο για σκοπούς αναχρηματοδότησης του δημόσιου χρέους καθώς αυτό λήγει. Για του λόγου του ασφαλές, σήμερα η Γερμανία δανείζεται με 0,7%, η Γαλλία με 1,3%, η Μεγάλη Βρετανία με 1,98% και οι ΗΠΑ με 2,25%. Η στροφή λοιπόν των επενδυτών προς τα ομόλογα των χωρών της περιφέρειας, όπως η Κύπρος, έχει αυξήσει τη ζήτηση και τις τιμές των κυπριακών ομολόγων, με αποτέλεσμα οι αποδόσεις τους να υποχωρήσουν στο 4%. Βεβαίως θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι οι επενδυτές ομολόγων δεν αγοράζουν τυχαία, αντίθετα, είναι πολύ προσεκτικοί στις επιλογές τους. Αν οι επενδυτές είχαν την παραμικρή αμφιβολία ότι τα χρήματά τους κινδυνεύουν, δεν θα αγόραζαν τα ομόλογα.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο η μείωση στις αποδόσεις των κυπριακών ομολόγων δεν πρέπει να μας ενθουσιάζει, είναι ότι δέκα μήνες πριν από την ολοκλήρωση του μνημονίου πολλά θα πρέπει να γίνουν. Αν διαβάσει κανείς το τελευταίο μνημόνιο, θα διαπιστώσει ότι η κυπριακή κυβέρνηση έχει χάσει πολλές καταληκτικές ημερομηνίες για σημαντικότατα θέματα, όπως είναι το Γενικό Σχέδιο Υγείας, η μεταρρύθμιση της Δημόσιας Διοίκησης, η έκδοση τίτλων ιδιοκτησίας, η απελευθέρωση των επαγγελμάτων, οι ιδιωτικοποιήσεις κλπ. Τα πιο πάνω και άλλα πολλά θα πρέπει να γίνουν ή θα πρέπει να δρομολογηθούν, χωρίς την πιθανότητα πισωγυρίσματος, μέσα στους επόμενους 10 μήνες. Αν τα πιο πάνω δεν γίνουν κατά τη διάρκεια του προγράμματος προσαρμογής, τότε πολύ φοβάμαι ότι δεν θα γίνουν, και αν δεν γίνουν, τότε οι αγορές θα μας δανείζουν με υψηλότερο επιτόκιο ή δεν θα μας δανείζουν καθόλου.

Η απόδοση ενός ομολόγου αντιπροσωπεύει το κόστος δανεισμού γι' αυτόν που το εκδίδει, δηλαδή αυτόν που δανείζεται. Ως γνωστόν, η ΕKT αγοράζει ομόλογα που έχουν εκδώσει χώρες-μέλη της Ευρωζώνης από τη δευτερογενή αγορά, ύψους €65 δις κάθε μήνα, σπρώχνοντας τις αποδόσεις των ομολόγων αυτών προς τα κάτω. Με λίγα λόγια, η ΕΚΤ προσφέρει τη δυνατότητα στις τράπεζες των χωρών αυτών να έχουν περισσότερη ρευστότητα, καθώς επίσης και τη δυνατότητα στις κυβερνήσεις των χωρών αυτών να δανείζονται με πολύ χαμηλό επιτόκιο για σκοπούς αναχρηματοδότησης του δημόσιου χρέους, καθώς αυτό λήγει.

Αν τα επιτόκια παραμείνουν χαμηλά για αρκετό χρονικό διάστημα, αυτό σημαίνει ότι μια χώρα με υψηλό δημόσιο χρέος, όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Ελλάδα, θα μπορεί να αναχρηματοδοτήσει ολόκληρο το χρέος της με χαμηλότερο κόστος. Για την Ελλάδα, όπου το δημόσιο χρέος ανήλθε στα €316 δις ευρώ, μια μείωση στο κόστος δανεισμού κατά μια ποσοστιαία μονάδα, σημαίνει και εξοικονομήσεις ύψους €3,16 δις ετησίως. Ναι! Καλά ακούσατε, περισσότερα από €3 δις ευρώ, αυτά που έψαχνε εδώ και τέσσερεις μήνες η κυβέρνηση Τσίπρα για να τα ρίξει στην ανάπτυξη.

ΜΑΡΙΟΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ
Οικονομολόγος, βουλευτής Κερύνειας